«Διενεργήθηκαν και διενεργούνται συνεχώς έλεγχοι από τις υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών και των άλλων αρμόδιων υπουργείων χωρίς διακρίσεις και σε όλες τις κατευθύνσεις», δήλωσε στη Βουλή ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Τρύφων Αλεξιάδης, απορρίπτοντας τη θεωρία Στουρνάρα και Ν.Δ., ότι η έρευνα στα γραφεία της συζύγου του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος ήταν αντιπερισπασμός της κυβέρνησης.
Η ηγεσία της Ν.Δ. επιδιώκει να αποδείξει -με φήμες και διαρροές- τις «παράτυπες» εγγυήσεις του ενός υπερθεματιστή, του κ. Καλογρίτσα, προς την Attica Bank που σχετίζονται ασφαλώς με το υψηλό τίμημα και την προοπτική της τηλεοπτικής άδειας που κέρδισε στη δημοπρασία, ενώ ταυτόχρονα ισχυρίζεται ότι ο διοικητής της ΤτΕ επιτελεί το έργο του, ολοκληρώνοντας «τους πολύ σοβαρούς ελέγχους που βρίσκονται σε εξέλιξη και αφορούν την Τράπεζα Αττικής».
Και ο κ. Στουρνάρας ανταποκρίθηκε αμέσως: αρνούμενος να αποδεχτεί την προτεινόμενη νέα διοίκηση της τράπεζας και «διατάσσοντας» το πάγωμα των χορηγήσεών της και της διαπραγμάτευσης των μετοχών της στο Χρηματιστήριο.
Ωστόσο, δεν μπορεί να υποβαθμιστεί ούτε η παράνομη χρηματοδότηση των κομμάτων ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. από όλες τις τράπεζες, όπως είχε πει ο τέως διευθύνων σύμβουλος της Attica στη Βουλή, τον Ιούλιο 2016, ούτε το γεγονός ότι οι διαφημιστικές δραστηριότητες, ύψους εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, της συζύγου του κ. Στουρνάρα -την εποχή που εκείνος ήταν υπουργός- ελέγχονται εδώ και καιρό από τους εισαγγελείς.
Και ότι το ζήτημα της απόδοσης ευθυνών για κατάχρηση δημόσιου χρήματος από τα προηγούμενα στελέχη του ΚΕΕΛΠΝΟ και του ΕΟΦ είναι ανοιχτό και γίνονται έρευνες προς πολλές κατευθύνσεις.
Οπως επίσης παραμένει απολύτως πραγματική και η εξελισσόμενη διελκυστίνδα για το ζήτημα της αδειοδότησης των καναλιών και η αναμέτρηση ισχύος ανάμεσα σε νέους, παλιούς και επιλαχόντες βαρόνους του διαγωνισμού των, έτσι κι αλλιώς προβληματικών από πολλές απόψεις, επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης.
Το παλιό σύστημα της διαπλοκής φοβάται την απόδοση πολιτικών, ηθικών και ποινικών ευθυνών για την κατάχρηση και τη μεροληπτική διανομή του πολιτικού χρήματος και ακόμα περισσότερο πανικοβάλλεται από τους νέους κανόνες διαφάνειας στη λειτουργία των τραπεζών και στο σύστημα ελέγχου της προέλευσης των κεφαλαίων των επιχειρήσεων ενημέρωσης, διαφήμισης, επικοινωνίας κ.λπ.
Ποιος, λοιπόν, καταφεύγει σε αντιπερισπασμούς;
