Το δημόσιο χρέος, δυσθεώρητο στην ονομαστική αξία του, αποτελεί τη μεγαλύτερη τροχοπέδη λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας. Η γιγάντωσή του ιστορικά οφείλεται στη φαυλότητα του εγχώριου οικονομικού και πολιτικού συστήματος, το οποίο μέσα από τους μηχανισμούς διαπλοκής αφαίμαξε τα φτωχότερα στρώματα και υπονόμευσε τον παραγωγικό ιστό της χώρας.
Η χώρα μετατράπηκε σε πειραματόζωο επιβολής και υιοθέτησης σκληρών πολιτικών λιτότητας, σε μια προσπάθεια του διεθνούς πολιτικού, οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου να εξασφαλίσει τα κέρδη του.
Για να γίνει αντιληπτό το αποτέλεσμα του μηχανισμού, αρκεί το συμπέρασμα της έρευνας της Ευρωπαϊκής Σχολής Μάνατζμεντ και Τεχνολογίας του Βερολίνου, που δημοσιεύθηκε στη γερμανική «Handelsblatt».
Σύμφωνα με αυτήν, από τα 220 δισ. ευρώ των δανείων που χορηγήθηκαν τα πρώτα χρόνια της κρίσης στη χώρα μας, μόνο 9,7 δισ. ευρώ, ποσοστό μικρότερο από το 5%, δόθηκαν για τη σωτηρία της. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που αποτελεί τον κορμό της σημερινής κυβέρνησης, πολιτεύτηκε τα προηγούμενα χρόνια με άξονα το «κούρεμα» του χρέους.
Αλλά μετά τις μακρές διαπραγματεύσεις του 2015 προσγειώθηκε ανώμαλα στην πραγματικότητα. Συμβιβάστηκε με μια αναφορά στο νέο μνημόνιο για την έναρξη συζήτησης σχετικά με την ελάφρυνση του χρέους μετά την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης, υποχρέωση η οποία όμως μπαίνει διαρκώς στην κλίνη του Προκρούστη, ανάλογα με τις στοχεύσεις του κάθε «παίκτη» στη σκακιέρα της διαπραγμάτευσης.
Η κυβέρνηση φέρεται να είναι έτοιμη να συζητήσει τη θέσπιση του περίφημου «κόφτη» στις δημόσιες δαπάνες, για να λάβει μια σαφή απόφαση από το Γιούρογκρουπ για το χρέος. Η σχετική ανακοίνωση από τις Βρυξέλλες αναφέρει άλλωστε ότι το ζήτημα θα συζητηθεί τη Δευτέρα σε επίπεδο υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης.
Το ερώτημα είναι αν και σε αυτή την περίπτωση επαναληφθεί η μόνιμη επωδός των διαπραγματεύσεων. Εάν δηλαδή η Αθήνα, στην προσπάθειά της να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις, θα τεθεί ξανά μπροστά στην επώδυνη διαδικασία να συμφωνήσει σε σκληρά μέτρα, ακόμα και αν δεν τα νομοθετήσει άμεσα. Το βέβαιο είναι ότι χρόνος πλέον δεν υπάρχει. Και η οικονομία δεν έρχεται αντιμέτωπη με έναν εκβιασμό, αλλά με την ασφυξία.
