Η υπόθεση Λαζαρίδη δεν είναι ακόμα ένα επεισόδιο πολιτικής φθοράς. Είναι ακόμα μία στιγμή που ένα ολόκληρο αφήγημα εξουσίας συγκρούεται με την πραγματικότητα. Γιατί το πρόβλημα με την «αριστεία» του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι μόνο ότι ακόμα ένας στενός συνεργάτης του αποδείχτηκε κατώτερος των ακαδημαϊκών προδιαγραφών. Είναι ότι το ίδιο το σύστημα που τον ανέδειξε μοιάζει όλο και περισσότερο με το βιογραφικό που τον εξέθεσε: σκιώδες, φουσκωμένο, αλαζονικό, αλλά τελικά διάτρητο.
Η υπόθεση Λαζαρίδη είναι σύμπτωμα. Η ποιότητα των στελεχών ενός πολιτικού συστήματος δεν είναι δευτερεύουσα λεπτομέρεια, αλλά ο καθρέφτης της κρίσης του. Οι Λαζαρίδηδες στην Ελλάδα και στην Ευρώπη δεν είναι εξαιρέσεις, ούτε λάθη που ξέφυγαν. Είναι η φυσική παραγωγή ενός μηχανισμού που επιβραβεύει την κολακεία στην εξουσία περισσότερο από την επάρκεια.
Για χρόνια η Νέα Δημοκρατία επένδυσε σε ένα ισχυρό πολιτικό αφήγημα: ότι θα κυβερνήσουν οι «άριστοι». Οχι οι κομματικοί, όχι οι πελάτες, αλλά οι καλύτεροι. Κι όμως, από τον διοικητή της ΕΥΠ χωρίς τα τυπικά προσόντα -για τον οποίο άλλαξε ο νόμος- μέχρι τον υφυπουργό που αποχώρησε για ανύπαρκτο μεταπτυχιακό το μοτίβο είναι επαναλαμβανόμενο. Αυτό που καταρρέει σήμερα είναι η ίδια η ιδεολογική βάση της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, ο οποίος έχει πολλούς σκελετούς στην ντουλάπα του.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στις μεγάλες υποθέσεις. Στις υποκλοπές, στο έγκλημα των Τεμπών, στον ΟΠΕΚΕΠΕ – το ακρωνύμιο του νεποτισμού, της διαφθοράς και του πελατειακού κράτους όπως το χαρακτήρισε η Λάουρα Κοβέσι. Ομως οι μάσκες έπεσαν και οι υποθέσεις τύπου Λαζαρίδη κλυδωνίζουν την κυβέρνηση ενδεχομένως περισσότερο και από τα μεγάλα και πολύ πιο σημαντικά σκάνδαλα, καθώς αγγίζουν ευαίσθητες χορδές κάθε ελληνικής οικογένειας, ανεξαρτήτως πολιτικής προτίμησης.
Τα πτυχία τελικά όταν copies κτώνται αποδεικνύονται η αχίλλειος πτέρνα όσων επικαλούνται την αριστεία για να κρύψουν τη σήψη.
