ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΦ.ΣΥΝ.
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ιστορία της υπουργικής ποινικής ευθύνης στην Ελλάδα ξεκινά πολύ πριν από το Σύνταγμα του 1975. Ο χουντικός νόμος του 1971 «περί ευθύνης των μελών της κυβερνήσεως και των υφυπουργών» προέβλεπε ότι τα υπουργικά εγκλήματα παραγράφονταν με την πάροδο της πρώτης συνόδου της επόμενης βουλευτικής περιόδου, ρύθμιση προνομιακή και αχρείαστη για τα χρόνια της χούντας.

Το Αρθρο 86 δεν γεννήθηκε για να κρύβει σκάνδαλα. Γεννήθηκε για να προστατεύει τη δημοκρατία. Η βασική του ιδέα -ότι οι υπουργοί δεν πρέπει να είναι όμηροι ποινικών διώξεων για κάθε πολιτική επιλογή- ήταν και παραμένει αναγκαία. Σε μια χώρα με βαριά ιστορία πολιτικών διώξεων, ο συνταγματικός νομοθέτης έστησε ένα θεσμικό φίλτρο, όχι μια ασπίδα ατιμωρησίας.

Το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ το ίδιο το Σύνταγμα. Το πρόβλημα ήταν η χρήση του. Αυτό που σχεδιάστηκε ως ανάχωμα στην ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής, κατέληξε να λειτουργεί ως μηχανισμός πολιτικής παραγραφής και βολικό καταφύγιο κάθε φορά που η εξουσία βρίσκεται αντιμέτωπη με τις ευθύνες της. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, τα σκάνδαλα των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ και την επιχειρούμενη προσπάθεια συγκάλυψής τους.

Η ιστορία της αποσβεστικής προθεσμίας -αυτής που προβλεπόταν στον εκτελεστικό νόμο του 2003 και καθόριζε χρονικό όριο για τη δίωξη υπουργικών αδικημάτων- δείχνει πως η νομοθετική αδράνεια επέτρεψε να λειτουργεί επιπλέον ως ασπίδα προστασίας: ακόμα και μετά την αναθεώρηση του 2019, που το Σύνταγμα δεν την προέβλεπε πια, η πρακτική συνέχιζε να παρέχει ειδικές προθεσμίες παραγραφής για υπουργούς. Ενα «παράθυρο» που πολιτικά και πρακτικά αξιοποιήθηκε από τη σημερινή κυβέρνηση για να καθυστερήσει ή να μπλοκάρει έρευνες.

Η επιστολή της Λάουρα Κοβέσι, που αποκαλύπτουμε σήμερα, καταγράφει το συνολικό θεσμικό έλλειμμα. Ωστόσο, τα όσα αναφέρει προς την Κομισιόν δεν πρέπει να εκληφθούν ως μια προσπάθεια να παρακαμφθεί το Σύνταγμα, αλλά δείχνουν ότι ένα Σύνταγμα που δεν εφαρμόζεται χάνει τη νομιμοποίησή του στην πράξη.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν πρέπει να αλλάξει το Αρθρο 86. Είναι αν, μέχρι να αλλάξει, είμαστε διατεθειμένοι να το τηρήσουμε. Η κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο οφείλουν να σεβαστούν αυτό που ήδη υπάρχει. Να σταματήσουν να μετατρέπουν θεσμικές εγγυήσεις σε πολιτικά άλλοθι. Αλλιώς, καμία αναθεώρηση δεν θα αλλάξει την ατιμωρησία και δεν θα καταλαγιάσει τη δίκαιη κοινωνική οργή.