Χθες οι Ελληνες πολίτες είχαν την ευκαιρία -όσοι το επιθυμούσαν- να παρακολουθήσουν την τηλεμαχία των υποψήφιων προέδρων του ΠΑΣΟΚ. Σε περίπου δύο εβδομάδες, θα εκλεγούν οι δύο επικρατέστεροι εξ αυτών και μία εβδομάδα αργότερα θα εκλεγεί ο νέος αρχηγός. Σε 20 ημέρες από σήμερα όλα θα έχουν τελειώσει.
Δεν γνωρίζουμε αν η χθεσινή τηλεμαχία έκρινε κάτι ή αν άλλαξε τα δεδομένα για κάποιους από τους υποψηφίους, αλλά κατά κοινή ομολογία κανένας από τους ψηφοφόρους που έχουν αποφασίσει να προσέλθουν στις εσωκομματικές κάλπες δεν έγινε σοφότερος.
Δεν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς. Οι υποψήφιοι δεν είναι άγνωστοι για τη διαδρομή και τις θέσεις τους και το ΠΑΣΟΚ είναι ένα ιστορικό κόμμα. Ο δεύτερος κυβερνητικός πόλος μετά τη Ν.Δ. στο μεγαλύτερο μέρος της μεταπολιτευτικής περιόδου ξεκίνησε από την Αριστερά και κατέληξε ως κυβέρνηση να εφαρμόσει τις πιο δεξιές πολιτικές.
Το σημερινό ΠΑΣΟΚ δεν είναι το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου. Δεν είναι καν το ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη. Είναι ένα κόμμα με ιστορία, αλλά από την εποχή των μνημονίων και μετά χωρίς δική του σύγχρονη ταυτότητα. Ενα κόμμα που παραδέρνει μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Γι’ αυτό και αποτέλεσε δεξαμενή στελεχών και ψηφοφόρων τόσο για τη Ν.Δ. του Κ. Μητσοτάκη όσο και για τον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα.
Αυτή την ταυτότητα το ΠΑΣΟΚ ακόμα την αναζητεί. Μπορεί να φαίνεται ότι επανακάμπτει, μπορεί οι δημοσκοπήσεις να το δείχνουν δεύτερο κόμμα μετά τη Ν.Δ., αλλά αυτό δεν οφείλεται στη διακριτή πολιτική του γραμμή. Οφείλεται στις διαλυτικές τάσεις που επικρατούν στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Κανονικά, με την ιστορία που έχει και την πείρα που κουβαλάει, το ΠΑΣΟΚ θα έπρεπε να καλπάζει από τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ σπαράσσεται και χάνει σε επιρροή, ενώ η Ν.Δ. διαρκώς συρρικνώνεται. Κι όμως αυτό δεν συμβαίνει. Τα ποσοστά του 12%, του 13% ή του 16% που του δίνουν οι δημοσκοπήσεις (με ή χωρίς αναγωγή) δεν είναι ποσοστά ανάτασης.
Με δεδομένο μάλιστα ότι όλο το πολιτικό σύστημα είναι σε κρίση, η εκλογή αρχηγού κάθε άλλο παρά θα σημάνει την έξοδο του ΠΑΣΟΚ από τη δική του κρίση. Το πρόβλημα είναι περισσότερο βαθύ και δομικό. Κι είναι ζήτημα αν και πώς το έχουν αντιληφθεί οι υποψήφιοι πρόεδροι.
