Η συμφωνία που ανακοινώθηκε χθες από τους πρωθυπουργούς της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ ολοκληρώνει έναν κύκλο διαπραγματεύσεων που έμοιαζε ατέρμονος, ενώ είχε προκαλέσει στις δύο χώρες βαθιές πολιτικές κρίσεις και είχε υποδαυλίσει εθνικιστικά ανακλαστικά που οδηγούσαν σε πλήρες αδιέξοδο.
Η ελληνική κυβέρνηση ακολούθησε έναν εξαιρετικά σαφή και σοφό δρόμο: υιοθέτησε μέχρι κεραίας τη λεγόμενη «εθνική γραμμή» που είχαν ακολουθήσει όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις μετά το φιάσκο του 1992.
Μια σύνθετη ονομασία έναντι όλων, με παράλληλη αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων που θα μπορούσαν να υπονοήσουν βλέψεις «αλυτρωτισμού».
Την ίδια γραμμή υποστήριξαν κατά καιρούς ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Κώστας Καραμανλής, η Ντόρα Μπακογιάννη, αλλά και ο Αντώνης Σαμαράς την περίοδο της πρωθυπουργίας του.
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι προχωρώντας σε αυτό το πολιτικό διάβημα ιστορικών διαστάσεων, ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Εξωτερικών έδειξαν απόλυτη σταθερότητα από την αρχή της διαπραγμάτευσης, αδιαφορώντας για το όποιο πολιτικό κόστος και χωρίς διάθεση συγκάλυψης όσων τους χωρίζουν ακόμα και από το συγκυβερνών κόμμα των ΑΝ.ΕΛΛ.
Αλλά αυτό ακριβώς το «πολιτικό κόστος» ήταν που επί δεκαετίες εμπόδιζε τις δύο γειτονικές χώρες να λύσουν με έναν αμοιβαία αποδεκτό συμβιβασμό το ζήτημα του ονόματος.
Η δυσκολία βρίσκεται σήμερα στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε χθες να επιλέξει ανάμεσα σε δυο πολιτικές στρατηγικές.
Η πρώτη ήταν να αναγνωρίσει ότι η κυβέρνηση κινείται στην εθνική τροχιά του 2008 και να προσθέσει το ειδικό βάρος του στην υποστήριξη της συμφωνίας.
Η δεύτερη ήταν να ακολουθήσει τις συμβουλές του αντιπροέδρου του και να υιοθετήσει τις ακρότητες των συλλαλητηρίων, με μοναδικό στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης. Επέλεξε, καθώς φαίνεται, τη δεύτερη.
Είναι πραγματικά ειρωνεία της Ιστορίας ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας να επιχειρεί να χρησιμοποιήσει το μακεδονικό ζήτημα για να προκαλέσει κυβερνητική κρίση, επαναλαμβάνοντας ως φάρσα την τραγωδία που έζησε ο πατέρας του το φθινόπωρο του 1993.
Και όπως τότε, έτσι και σήμερα, δεν κρίνεται μόνο η στάση του ίδιου, αλλά και η υπευθυνότητα των ηγετικών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας, που καλούνται από τον αρχηγό τους να απαρνηθούν όσα υποστήριζαν μέχρι προχθές.
