Βρισκόμαστε στην τελική ευθεία για την ολοκλήρωση της τέταρτης αξιολόγησης και παράλληλα με την «καθαρή έξοδο», την οποία επαγγέλλεται η κυβέρνηση, επανέρχεται και το θέμα της ελάφρυνσης του χρέους, ώστε να καταστεί βιώσιμο και να μην αποτελέσει έναν διαρκή βρόχο στον λαιμό της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.
Ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), Κλάους Ρέγκλινγκ, με χθεσινές δηλώσεις του διευκρίνισε πως, εάν η Ελλάδα επιθυμεί πρόσθετη ελάφρυνση του χρέους, τότε η μεταμνημονιακή επιτήρηση θα ενισχυθεί και «θα είναι λίγο πιο σφιχτή και πιο ολοκληρωμένη από αυτήν που εφαρμόζουμε σε άλλες χώρες».
Η διευκρίνιση αυτή θολώνει την εικόνα, που σκιαγραφεί η κυβέρνηση και ενισχύουν παράγοντες της Ε.Ε. όπως ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, ότι μετά τον Αύγουστο επίκειται επιστροφή της χώρας στην «κανονικότητα». Στο ίδιο κλίμα ήταν και οι δηλώσεις για το χρέος του Μπενουά Κερέ, μέλους του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, ο οποίος τόνισε ότι χρειάζονται «ισχυρά και αξιόπιστα μέτρα για την ελάφρυνσή του» και συμπλήρωσε ότι «όσο πιο εμπροσθοβαρή είναι αυτά, όσο πιο αυτόματα και με λιγότερους όρους συνοδεύονται τόσο πιο γρήγορα θα συμβάλουν στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ της Ελλάδας και των χρηματαγορών».
Σύμφωνα με τη γερμανική εφημερίδα «Handelsblatt», στις προτάσεις του ESM περιλαμβάνονται η επέκταση του χρόνου εξόφλησης των δανείων, το ανώτατο όριο επιτοκίου και η σύνδεση της ελάφρυνσης με τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Εδώ βέβαια παρεμβαίνει η Γερμανία, η οποία απαιτεί μια αυστηρή μεταμνημονιακή εποπτεία της Ελλάδας, τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, την πλήρη εφαρμογή των δεσμεύσεων που έχουμε αναλάβει έναντι των δανειστών και «φρένο» εφαρμογής των μέτρων σε περίπτωση που υπάρχει απόκλιση.
Βέβαια, με αυτό το μείγμα των μέτρων ελάφρυνσης, όπως υποστηρίζουν αρκετοί οικονομολόγοι, αφενός υπάρχει πολυετής μετάθεση των σημερινών υποχρεώσεων στις μελλοντικές γενιές και αφετέρου σημαντικός περιορισμός στο περιθώριο κινήσεων και αποφάσεων της σημερινής και των επόμενων κυβερνήσεων, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά. Το θέμα, όπως συμφωνήθηκε χθες, θα συζητηθεί εκτενώς στο Eurogroup της 21ης Ιουνίου και έως τότε καλό είναι να υπάρξει προβληματισμός και σοβαρότητα τόσο από την κυβέρνηση όσο και τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις.
