Η απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη να «καρατομήσει» τη μέχρι πρότινος αναπληρώτρια τομεάρχη Υγείας Κατερίνα Παπακώστα, παρέχοντας πλήρη κάλυψη στον αντιπρόεδρό του Αδωνι Γεωργιάδη, ήταν μια πολιτική απόφαση με ειδικό βάρος και με στόχευση τόσο στο εσωτερικό του κόμματος όσο και προς τα έξω.
Αν εξετάσει κανείς το ζήτημα με τους στοιχειώδεις όρους λειτουργίας μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ασφαλώς δεν θα βρει ψεγάδι στην παρέμβαση της κ. Παπακώστα, η οποία ζήτησε από τον κ. Γεωργιάδη να αποποιηθεί ο ίδιος τα κομματικά αξιώματά του έως ότου η εξεταστική επιτροπή της Βουλής για την Υγεία αποφανθεί για τα θέματα στα οποία είναι ελεγχόμενος.
Τι το μεμπτό θα μπορούσε να υπάρξει σε μια τέτοια υπόδειξη, όταν αρκετές φορές στο πρόσφατο παρελθόν ο αντιπρόεδρος της Ν.Δ. έχει δηλώσει έτοιμος να αποποιηθεί τη βουλευτική ασυλία του για να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε κατηγορία σε βάρος του ενώπιον της Δικαιοσύνης;
Τι το παράξενο υπάρχει σε μια τέτοια παρέμβαση, όταν ο ίδιος ο Κυρ. Μητσοτάκης, ως υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης, υπεραμύνθηκε νομοθετικών παρεμβάσεων ώστε να τίθενται σε αργία -άρα χωρίς θέση και εξουσίες- δημόσιοι λειτουργοί που ελέγχονταν ακόμη και για απλές παραβάσεις του νόμου;
Γιατί άραγε η Βουλή δεν μπορεί να ελέγξει μέλη της-πρώην υπουργούς χωρίς την κομματική χλαμύδα;
Καταδικάζοντας την Κατερίνα Παπακώστα, ο κ. Μητσοτάκης έστειλε ένα μήνυμα στο εσωτερικό του κόμματός του ότι δεν δέχεται την παραμικρή αμφισβήτηση για τις επιλογές του.
Αυτός επέλεξε τον Αδωνι Γεωργιάδη αντιπρόεδρο του κόμματος και μόνον αυτός μπορεί να τον παύσει.
Ουδείς άλλος έχει τέτοιο δικαίωμα, ακόμη και αν αυτό ταυτίζεται με την κοινή λογική ή με θέσεις αρχών που ο ίδιος και το κόμμα του είχαν υποστηρίξει στο παρελθόν.
Προς τα έξω, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης διαμήνυσε ότι η Ν.Δ. δεν αποδέχεται επί της ουσίας κανέναν έλεγχο σε βάρος στελέχους της και ότι την εξεταστική επιτροπή της Βουλής την αντιμετωπίζει ως ακόμη ένα πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης με τη σημερινή κυβέρνηση.
Μια κυβέρνηση την οποία επιδιώκει να διαδεχθεί το ταχύτερο δυνατό και για να το πετύχει η ακροδεξιά πτέρυγα του κόμματός του πρέπει να παραμείνει αλώβητη.
