ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αντώνης Τελόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η σταδιακή αναδιάταξη του γεωπολιτικού τοπίου στην Ευρώπη και η αυξανόμενη αβεβαιότητα για τον μελλοντικό βαθμό αμερικανικής εμπλοκής στην ευρωπαϊκή ασφάλεια οδηγούν την Αθήνα σε μια παράλληλη στρατηγική: τη διατήρηση της στενής σχέσης με τις ΗΠΑ, αλλά ταυτόχρονα και την εδραίωση ισχυρών δεσμών με τον στενό ευρωπαϊκό πυρήνα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται τόσο η εμβάθυνση της σχέσης με τη Γαλλία όσο και η αναβάθμιση των δεσμών με τη Γερμανία, σε μια συγκυρία κατά την οποία η συζήτηση περί ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας αποκτά πλέον πιο συγκεκριμένο πολιτικό και επιχειρησιακό περιεχόμενο.

Η πλέον εμβληματική εξέλιξη υπήρξε, ως γνωστόν, η ανανέωση, στις 25 Απριλίου, της Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης Ελλάδας – Γαλλίας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Εμανουέλ Μακρόν υπέγραψαν στην Αθήνα τη συμφωνία για την εγκαθίδρυση της «Ενισχυμένης Συνολικής Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης», επιβεβαιώνοντας την πολιτική και αμυντική σύμπλευση των δύο χωρών.

Στην Αθήνα θεωρούν ότι οι διεθνείς εξελίξεις των τελευταίων ετών –από τον πόλεμο στην Ουκρανία έως τη διαρκή αστάθεια στην Ανατολική Μεσόγειο– επιβεβαίωσαν τη στρατηγική επιλογή της ελληνογαλλικής σύμπραξης ήδη από το 2021.

Την ίδια στιγμή, η Αθήνα επιχειρεί να αποκαταστήσει μια πιο ισορροπημένη σχέση και με το Βερολίνο. Στις 4 Μαΐου, Ελλάδα και Γερμανία συμφώνησαν στην αναβάθμιση της διμερούς συνεργασίας στο επίπεδο της «Στρατηγικής Εταιρικής Συνεργασίας», δέκα χρόνια μετά το πρώτο ελληνογερμανικό σχέδιο δράσης. Η νέα δομή συνεργασίας εκτείνεται από την εξωτερική πολιτική και την άμυνα έως την οικονομία, τις υποδομές, την πολιτική προστασία και τις υβριδικές απειλές.

Η γερμανική κινητικότητα αποδίδεται, μεταξύ άλλων, και στην επιθυμία του Βερολίνου να αποκτήσει μεγαλύτερη συμμετοχή στα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα, σε μια περίοδο κατά την οποία η γαλλική παρουσία ενισχύθηκε θεαματικά μέσω των Rafale και των φρεγατών Belharra. Στο ελληνικό διπλωματικό πεδίο, η εξέλιξη αυτή ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι η Ελλάδα αποκτά αναβαθμισμένο ρόλο στον υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκό αμυντικό σχεδιασμό.

Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, Αθήνα και Λευκωσία επιχειρούν να επαναφέρουν δυναμικά και τη συζήτηση για το άρθρο 42.7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενωσης περί αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής. Το βασικό ζήτημα που αναδεικνύεται στις ευρωπαϊκές διαβουλεύσεις είναι ότι, παρά το γεγονός πως η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής προβλέπεται ήδη από τις ευρωπαϊκές Συνθήκες, δεν υπάρχει μέχρι σήμερα συγκεκριμένος αυτόματος μηχανισμός ενεργοποίησης και επιχειρησιακής ανταπόκρισης σε περίπτωση που κράτος-μέλος ζητήσει την εφαρμογή της.

Ερωτηθείσα, σχετικά, στην ενημέρωση των διπλωματικών συντακτών από τον δημοσιογράφο του «Βήματος» Πιέρρο Τζανετάκο, η εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Λάνα Ζωχιού επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη σχετική συζήτηση εντός της Ε.Ε., σημειώνοντας ότι «επιταχυντής αυτής της συζήτησης ήταν τα γεγονότα στην Κύπρο, καθώς και όλο αυτό το ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον».

Οπως ανέφερε, στόχος είναι η εκπόνηση ενός «οδικού χάρτη» για το άρθρο 42.7 κατά τους επόμενους μήνες, ενώ οι συζητήσεις που διεξάγονται αυτή τη στιγμή αφορούν τη δημιουργία ενός «επιχειρησιακού εγχειριδίου» που θα περιγράφει τον κατά περίπτωση τρόπο αντίδρασης της Ευρωπαϊκής Ενωσης όταν ένα κράτος-μέλος ενεργοποιεί τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής.