Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, μια δημόσια δήλωση Ελληνα πρωθυπουργού δεν λειτουργεί απλώς ως ένα ακόμη διπλωματικό σχόλιο για μια μακρινή διεθνή κρίση, αλλά ως σαφές σήμα αλλαγής δόγματος. Η τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη για τα γεγονότα στη Βενεζουέλα –και ειδικότερα η φράση ότι «δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών»– δεν μπορεί να εκληφθεί ως μια άτυχη διατύπωση της στιγμής. Συνιστά, εν δυνάμει, σημείο καμπής: την πρώτη ανοιχτή απομάκρυνση από τη διαχρονική εθνική γραμμή που ήθελε την Ελλάδα να προτάσσει, χωρίς αστερίσκους, τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και να τον απαιτεί από όλους, συμμάχους και αντιπάλους.
Η μετατόπιση αυτή δεν αφορά μόνο την εξωτερική πολιτική. Εχει βαθύ εσωτερικό και πολιτικό αποτύπωμα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζεται πλέον όχι ως ο εκφραστής ενός μετριοπαθούς, φιλελεύθερου ευρωπαϊκού προφίλ, αλλά ως παρακολούθημα της πιο αντιδραστικής πτέρυγας της Νέας Δημοκρατίας, η οποία εδώ και καιρό επιχειρεί να επιβάλει την ιδεολογική και πολιτική της ατζέντα. Δεν είναι τυχαίο ότι η δήλωση για τη Βενεζουέλα χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό ακριβώς από αυτό το εσωκομματικό μπλοκ.
Χαρακτηριστική είναι η δημόσια παρέμβαση του Μάκη Βορίδη, ο οποίος όχι μόνο έδωσε συγχαρητήρια στον πρωθυπουργό, αλλά έσπευσε να εντάξει τη στάση της Ελλάδας σε ένα ευρύτερο, σκληρό ιδεολογικό αφήγημα. «Στον δυτικό κόσμο υπάρχει πλέον ένας ηγέτης που υπερασπίζεται έμπρακτα τα συμφέροντα του δυτικού ημισφαιρίου: ο Ντόναλντ Τραμπ», ανέφερε, υιοθετώντας πλήρως τη λογική της ωμής ισχύος. Στην ίδια δήλωση χαρακτήρισε τον Μαδούρο «κομμουνιστή δικτάτορα» και ειρωνεύτηκε όσους επικαλούνται τη διεθνή νομιμότητα, διερωτώμενος «ποια ακριβώς; Εκείνη που ανέχεται δικτατορίες;».
Ποια νομιμότητα;
Η ρητορική αυτή δεν είναι απλώς αντιδραστική. Είναι αποκαλυπτική. Αντανακλά μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία το διεθνές δίκαιο δεν αποτελεί καθολικό πλαίσιο κανόνων, αλλά ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται ή απορρίπτεται κατά το δοκούν, ανάλογα με το ποιος δρα και ποια ιδεολογική ταυτότητα φέρει. Οταν, όπως λέγεται, «μια χώρα αναλαμβάνει δράση για να προστατεύσει τα εύλογα και νόμιμα συμφέροντά της», τότε οι κανόνες μπορούν να μπαίνουν σε παρένθεση. Και όποιος επιμένει στη νομιμότητα, βαφτίζεται συλλήβδην «φίλος των Μαδούρων».
Το ανησυχητικό είναι ότι αυτή η λογική φαίνεται πλέον να διαπερνά και το πρωθυπουργικό επιτελείο. Η δήλωση Μητσοτάκη για τη Βενεζουέλα εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια του Μεγάρου Μαξίμου να δηλώσει πλήρη πολιτική και ιδεολογική ευθυγράμμιση με τη νέα τάξη πραγμάτων που επιχειρεί να επιβάλει ο Λευκός Οίκος. Η άνευ όρων προσαρμογή παρουσιάζεται ως ένδειξη «αξιοπιστίας» απέναντι στους ισχυρούς του δυτικού κόσμου. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια απέλπιδα στρατηγική ταύτισης, που αγνοεί τις ιδιαιτερότητες και τα δομικά συμφέροντα της Ελλάδας.
Οι συνέπειες δεν άργησαν να φανούν. Φιλοκυβερνητικά μέσα στην Τουρκία έσπευσαν να εργαλειοποιήσουν τη δήλωση του Ελληνα πρωθυπουργού, συνδέοντάς την με το Αιγαίο και τις ελληνικές καταγγελίες για παραβίαση από την Αγκυρα του διεθνούς δικαίου και του δικαίου της θάλασσας. Η φράση «δεν είναι η στιγμή να μιλήσουμε για τη νομιμότητα» παρουσιάζεται ήδη στον τουρκικό δημόσιο λόγο ως απόδειξη ότι και η Ελλάδα εφαρμόζει δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Η εργαλειοποίηση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στα δημοσιεύματα. Αποτυπώνεται πλέον ωμά και από έμπειρους Τούρκους δημοσιογράφους, που συνοψίζουν το νέο αφήγημα με τρόπο αφοπλιστικά ευθύ. «Ο Μητσοτάκης είναι πλέον πλήρως ευθυγραμμισμένος με τη γραμμή Νετανιάχου στην εξωτερική πολιτική. Δεν προσφέρει καν προσχηματικό σεβασμό στο διεθνές δίκαιο. Αντίθετα, το αγνοεί πλήρως. Γιατί, λοιπόν, διαμαρτύρεστε συνεχώς για τις “παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου” από την Τουρκία;», έγραψε χαρακτηριστικά ο Ραγκίπ Σοϊλού. Το ερώτημα αυτό, όσο προκλητικό κι αν ακούγεται, φωτίζει τον πυρήνα του προβλήματος: όταν η Ελλάδα εμφανίζεται να σχετικοποιεί τη νομιμότητα αλλού, αποδυναμώνει η ίδια το βασικό της επιχείρημα παντού.
Αιγαίο και Κυπριακό
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι βαθύτερο και αφορά τον ίδιο τον πυρήνα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Από τη Μεταπολίτευση και μετά, η Ελλάδα οικοδόμησε τη στρατηγική της πάνω στην επίγνωση ότι δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τους ισχυρούς στο πεδίο της δύναμης. Το διεθνές δίκαιο δεν υπήρξε ποτέ ρητορικό στολίδι. Υπήρξε εργαλείο ασφάλειας και στρατηγικής επιβίωσης. Από το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο έως το Κυπριακό, η Αθήνα επένδυσε συστηματικά στη μετατροπή των διαφορών σε νομικά οριοθετημένα ζητήματα, ακριβώς επειδή γνώριζε ότι χωρίς κανόνες απομένει μόνο η αυθαιρεσία.
Η σιωπή ή η σχετικοποίηση της νομιμότητας, ακόμη κι αν γίνεται στο όνομα της «προστασίας του δυτικού κόσμου», υπονομεύει αυτή τη στρατηγική από τα θεμέλιά της. Ούτε οι συμμαχίες ούτε οι εγκάρδιες σχέσεις με τον «λατρεμένο» Μπίμπι μπορούν να λειτουργήσουν ως ασπίδα απέναντι στις συνέπειες μιας τέτοιας μετατόπισης. Το ίδιο ισχύει και για τον υπό διαμόρφωση αμυντικό άξονα Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, ο οποίος παρουσιάζεται ως παράγοντας σταθερότητας, αλλά ενδέχεται στην πράξη να επιτείνει την αστάθεια σε μια ήδη εύφλεκτη περιοχή.
Η Ελλάδα επιχειρεί διαχρονικά να δομήσει την αξιοπιστία της στα διεθνή φόρα, όχι επειδή διαθέτει ισχυρούς προστάτες, αλλά επειδή εμφανίζεται συνεπής, προβλέψιμη και αξιόπιστη στην υπεράσπιση των κανόνων. Αν, όμως, η εξωτερική της πολιτική αρχίσει να διαμορφώνεται από τις ιδεοληψίες της πιο σκληρής δεξιάς πτέρυγας της Νέας Δημοκρατίας και από τη λογική ότι «οι ισχυροί έχουν πάντα δίκιο», τότε δεν μιλάμε απλώς για αλλαγή τόνου. Μιλάμε για εγκατάλειψη ενός στρατηγικού δόγματος που, όσο ατελές κι αν ήταν, προσέφερε στη χώρα το μοναδικό της πραγματικό πλεονέκτημα. Και αυτό είναι ένα ρίσκο που η ελληνική ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι πληρώνεται ακριβά.
