ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Ψαρράς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η μεταπολεμική ιστορία Ελλάδας και Τουρκίας έχει να επιδείξει πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες τα δύο γειτονικά κράτη βρέθηκαν στα πρόθυρα του πολέμου και άλλες τόσες κατά τις οποίες επιχείρησαν να προσεγγίσουν το ένα το άλλο. Λες και οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις αποπειρώνταν κάθε τόσο να μιμηθούν το παράδειγμα του Βενιζέλου και του Κεμάλ που κατόρθωσαν να συνεννοηθούν και να καταλήξουν ύστερα από συμβιβασμούς στην ειρήνευση της περιοχής, ύστερα από έναν άγριο πόλεμο και μια εθνική καταστροφή για την ελληνική πλευρά.

Μόνο που οι μεταπολεμικές απόπειρες οδηγήθηκαν όλες σε ναυάγιο, υπονομευμένες καθώς ήταν από το βάρος εσωτερικών πολιτικών προβλημάτων καθεμιάς χώρας που έδενε τα χέρια της πολιτικής της ηγεσίας.

Το πιο γνωστό και ασφαλώς το πιο τραυματικό σχετικό επεισόδιο υπήρξε βέβαια το χουντικό πραξικόπημα για την ανατροπή του προέδρου Μακαρίου στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1974 και η τουρκική εισβολή που επακολούθησε. Ομως αυτό το ιστορικό γεγονός θα ήταν ακατανόητο χωρίς την ειδική πολιτική που ανέπτυξε η χούντα, σύμφωνα με την οποία ο κύριος εχθρός της Ελλάδας δεν ήταν η Τουρκία, αλλά ο πρόεδρος της Κύπρου, αρχιεπίσκοπος Μακάριος.

Το έγκλημα της χούντας

Αυτό που έκανε η χούντα θυμίζει το ανέκδοτο με τον λαγό και το λιοντάρι. Κάθε τόσο έδειχνε τα δόντια της, για να λουφάξει αμέσως μετά με ταπεινωτικό τρόπο, μόλις αντιδρούσε η τουρκική πλευρά. Αυτό έγινε ολοφάνερο ήδη από τις πρώτες μέρες της δικτατορίας.

Σύμφωνα με τον επίσημο πολύτομο «Φάκελο» της Κύπρου που εκδόθηκε με τη συνεργασία της ελληνικής και της κυπριακής Βουλής το 2018, μόλις 6 μήνες μετά το πραξικόπημα, στις 9-10 Σεπτεμβρίου 1967 με πρωτοβουλία της χούντας πραγματοποιήθηκε «συνάντηση ανώτατου επιπέδου των κυβερνήσεων Ελλάδας και Τουρκίας στην Κεσσάνη και την Αλεξανδρούπολη, χωρίς προκαθορισμένη ημερήσια διάταξη, αλλά και χωρίς καμιά, ούτε την πιο στοιχειώδη, προετοιμασία. Με ατελέστατες γνώσεις των στοιχείων που συνέθεταν το κυπριακό θέμα ή και τα οιαδήποτε άλλα θέματα που ενδιέφεραν τις δύο χώρες, προκάλεσαν τη συνάντηση αυτή, παρά την αντίδραση των διπλωματικών μας υπηρεσιών.

Για την απόφασή τους αυτή οι δικτάτορες δεν ειδοποίησαν καν τον Μακάριο. Αδιαφορώντας για όλες τις υποδείξεις η χούντα προχώρησε στην πραγματοποίηση της συνάντησης, την οποία ο Αμερικανός πρέσβης κ. Στερνς χαρακτήρισε στη συνέχεια «παράφρονα και επιπόλαιη ενέργεια» (Βουλή των Ελλήνων, «Φάκελος Κύπρου», Αθήνα 2018, τ. Α’, σ. 58).

Ακολούθησε η επίθεση των δυνάμεων του Γρίβα με βαριά όπλα κατά των τουρκοκυπριακών χωριών Κοφίνου και Αγιος Παντελεήμονας που προκάλεσε τον θάνατο 27 Τουρκοκυπρίων (15.11.1967). Η Τουρκία αντέδρασε, απείλησε με πόλεμο και η χούντα υποχρεώθηκε να υποχωρήσει στον εκβιασμό και να αποσύρει την ελληνική μεραρχία που είχε τοποθετηθεί στην Κύπρο από την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Ανακλήθηκε στην Ελλάδα και ο Γρίβας ως ιθύνων νους της επίθεσης.

Από τότε συνεχίστηκε αυτή η αλλοπρόσαλλη πολιτική της χούντας, με στόχο περισσότερο τις εντυπώσεις στο εσωτερικό της χώρας και ειδικότερα την ικανοποίηση των μωροφιλοδοξιών μερίδας του στρατεύματος, αλλά και την υπονόμευση του προέδρου της Κύπρου.

Οι εμπνεύσεις του Παπαδόπουλου

Λιγότερο γνωστή είναι η πρωτοβουλία που πήρε ο ίδιος ο δικτάτορας Παπαδόπουλος το 1971 προτείνοντας ελληνοτουρκική ομοσπονδία! Με συνέντευξή του στην τουρκική εφημερίδα «Μιλιέτ» ο Παπαδόπουλος απέδιδε την εχθρότητα μεταξύ των δύο κρατών σε «ψυχολογικά» αίτια και υποβάθμιζε τη σημασία του Κυπριακού, σε σημείο να δηλώνει ότι ουδέποτε θα μπορούσε να προκληθεί ελληνοτουρκική σύρραξη από αυτό. Η δήλωση αυτή έχει βέβαια ιδιαίτερο βάρος αν σκεφτεί κανείς τη συνέχεια. Και ας ληφθεί υπόψη ότι η αφορμή για το ελληνοτουρκικό άνοιγμα της χούντας ήταν ότι ο τουρκικός στρατός είχε απομακρύνει από την πρωθυπουργία τον Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ και είχε τοποθετήσει τον Νιχάτ Ερίμ, ο οποίος υπήρξε ο σχεδιαστής της τουρκικής πολιτικής για το Κυπριακό από το 1955. Να πώς παρουσίασε αποσπάσματα της συνέντευξης αυτής η επίσημη εφημερίδα της χούντας:

«Ενώ είναι αναγκαία η λίαν στενή συνεργασία μας», λέει ο Παπαδόπουλος, «δεν δυνάμεθα να την πραγματοποιήσωμεν λόγω του Κυπριακού. Υπάρχει μια διαφορά μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων. Η πραγματική κρίσις, όμως, είναι μία ψυχολογική κρίσις, μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος. Η αιτία της κρίσεως αυτής δεν είναι εις το Κυπριακόν. Είναι στις καρδιές μας. […] Πρέπει να εξαφανισθή η μεταξύ μας δυσπιστία. Η προσωπική μου πεποίθησις είναι ότι όλα μας ωθούν προς την Ομοσπονδίαν. Ισως τούτο πραγματοποιηθή μετά 20, μετά 50 χρόνια. Αλλά ο δρόμος οδηγεί εκεί. Οτι είμεθα δύο μικρά κράτη και εάν ευρισκόμεθα ηνωμένοι ενώπιον των μετά των μεγάλων κρατών σχέσεών μας, η ισχύς μας δεν θα εδιπλασιάζετο μόνον αλλά θα επολλαπλασιάζετο» (εφ. «Ελεύθερος Κόσμος», 30.5.1971).

Και ποια ήταν η συνέχεια; Μα η αποστολή του Γρίβα και πάλι στην Κύπρο, με στόχο την ανατροπή του Μακαρίου.

Στην ιστορική του επιστολή προς τη χούντα των Αθηνών λίγες μέρες πριν από την ανατροπή του, ο Μακάριος αποκάλυπτε το σχέδιο: «Από της λαθραίας αφίξεως εις Κύπρον του Στρατηγού Γρίβα, κατά Σεπτέμβριον του 1971, εκυκλοφόρουν φήμαι και υπήρχον βάσιμοι ενδείξεις ότι ούτος ήλθεν εις Κύπρον κατά προτροπήν και ενθάρρυνσιν ωρισμένων εν Αθήναις κύκλων. […] Και κατήρτισε την εγκληματικήν οργάνωσιν της ΕΟΚΑ Β’, η οποία κατέστη αιτία και πηγή πολλών δεινών διά την Κύπρον. Γνωστή είναι η δράσις της οργανώσεως αυτής, η οποία, υπό πατριωτικόν μανδύαν και ενωτικήν συνθηματολόγησιν, διέπραξεν πολιτικάς δολοφονίας και πολλά άλλα εγκλήματα» (2.7.1974). Η επιστολή θεωρείται ακριβής από το «Πόρισμα». Τη συνέχεια τη γνωρίζουμε όλοι.

Αυτή την τυχοδιωκτική πολιτική εκείνης της περιόδου περιέγραφε ο Μακάριος στον ειδικό απεσταλμένο του γ.γ. του ΟΗΕ Οζόριο-Ταφάλ: «Οι Ελληνες, δυστυχώς, δεν είχαν ποτέ μια ξεκάθαρη πολιτική γραμμή, αντίθετα με τους Τούρκους που την ακολούθησαν με συνέπεια, χωρίς παρεκκλίσεις. Οι Ελληνες έκαναν συνεχώς “ζιγκ-ζαγκ”, δεν είχαν ένα σχέδιο δράσης, παρά μόνο μια τακτική αντίδρασης».