Με το χέρι στα κομπιουτεράκια και το μυαλό στο μετεκλογικό σκηνικό που θα προκύψει από την κάλπη βρίσκονται από σήμερα κιόλας η Φώφη Γεννηματά και το επιτελείο της, μετά την ολοκλήρωση της προεκλογικής περιόδου-εξπρές.
Σύμφωνα με τα ώς τώρα δείγματα των μετρήσεων αλλά και από τη γενικότερη αίσθηση των επαφών σε όλη τη χώρα επί περίπου τρεις εβδομάδες, το ΠΑΣΟΚ θα βγει ενισχυμένο στην αυριανή αναμέτρηση, προσφέροντας κατ’ αρχήν ανακούφιση στη νέα ηγεσία για τις στρατηγικές της επιλογές, με κορυφαία την εκλογική σύμπραξη με τη ΔΗΜΑΡ και τη δημιουργία της Δημοκρατικής Συμπαράταξης.
Οι «εκλογολόγοι» της Χαριλάου Τρικούπη ανεβοκατέβαζαν τον πήχη από το 6% μέχρι και πάνω από το 7% οι περισσότερο αισιόδοξοι, σημειώνοντας πάντως ότι, είτε στη μετριοπαθή είτε στην ευνοϊκότερη εκδοχή, οι έδρες -σε σχέση με τις 25 Ιανουαρίου και το 4,7%- θα είναι αυξημένες.
Στο πλαίσιο αυτό, σχεδόν βέβαιη θεωρείται η εκλογή βουλευτή Επικρατείας, θέση που θα καταληφθεί από τον πρόεδρο της ΔΗΜΑΡ, Θανάση Θεοχαρόπουλο, που έχει τεθεί επικεφαλής του εν λόγω ψηφοδελτίου.
Από τις πλέον σίγουρες περιφέρειες για έδρα φαντάζει η Αχαΐα, πάλαι ποτέ κάστρο του ΠΑΣΟΚ και του παπανδρεϊσμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις προηγούμενες εκλογές το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών του Γιώργου Παπανδρέου είχε λάβει ποσοστό 5,87% και 10.294 ψήφους!
Διόλου τυχαία, λοιπόν, η Φώφη Γεννηματά επέλεξε να είναι υποψήφια εκεί, προσδοκώντας σε μια αξιοσημείωτη εισδοχή παπανδρεϊκών ψηφοφόρων που έμειναν πολιτικά «ορφανοί» λόγω μη καθόδου του ΚΙΔΗΣΟ. Αν πάντως η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ επιλέξει τελικά να κρατήσει την έδρα της Β’ Αθηνών, βουλευτής Αχαΐας θα εκλεγεί ο στενός συνεργάτης της, προερχόμενος από τη ΔΗΜΑΡ, Θόδωρος Παπαθεοδώρου.
Με δεδομένο τον στόχο της τρίτης θέσης και της τρίτης εντολής, βάσιμες προσδοκίες για εκπροσώπηση στο Κοινοβούλιο εκφράζονται για τις τριεδρικές της Αρτας, με πρώτο στη λίστα τον πρώην βουλευτή Χρήστο Γκόκα, της Αργολίδας, όπου ο πρώην υπουργός Περιβάλλοντος Γιάννης Μανιάτης είχε χάσει την έδρα από τη Χρυσή Αυγή για μόλις 300 ψηφοδέλτια, αλλά και της Δράμας, σε έναν νομό όπου θα δοθεί μάχη με το Ποτάμι, που ήταν τον Ιανουάριο τρίτο. Αν η σειρά αλλάξει, στη Βουλή επανακάμπτει η Χαρά Κεφαλίδου.
Οι Λεωνίδας Γρηγοράκος, Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος και Γιάννης Δριβελέγκας, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, θα διατηρήσουν τις έδρες τους σε Λακωνία, Αρκαδία και Χαλκιδική αντίστοιχα, όπως και οι Ευάγγελος Βενιζέλος στην Α’ Θεσσαλονίκης, Κώστας Σκανδαλίδης στην Α’ Αθηνών, Εύη Χριστοφιλοπούλου στην Αττική, Βασίλης Κεγκέρογλου στο Ηράκλειο και Γιάννης Κουτσούκος στην Ηλεία.
Εκλογικές «καραμπόλες»
Ελπίδες για εκλογή σε συνάρτηση με τις εκλογικές «καραμπόλες» έχουν ο γιατρός Νίκος Τσιλιμίγκας στη Λάρισα, ο πρώην βουλευτής Μιχάλης Τζελέπης στις Σέρρες, ο Μιχάλης Κασσής στα Ιωάννινα, ο Χρήστος Γκαρμπούνης (ΔΗΜΑΡ) στην Ξάνθη και πιο δύσκολα, λόγω υψηλού ποσοστού του ΚΚΕ, ο επίσης προερχόμενος από την Αγίου Κωνσταντίνου, Γιάννης Τσαμουργκέλης.
Παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με αξιόπιστες κομματικές πηγές «εξειδικευμένη συζήτηση για το μοντέλο της συμμετοχής στην κυβέρνηση δεν έχει γίνει», στη Δημοκρατική Συμπαράταξη έχουν υποστηρίξει επισήμως ότι είναι έτοιμοι να λάβουν μέρος σε ένα κυβερνητικό σχήμα «εθνικής ευθύνης και ευρείας συνεργασίας» με σαφή και δεσμευτική προγραμματική συμφωνία από όλα τα κόμματα του φιλοευρωπαϊκού δημοκρατικού τόξου.
Αποκωδικοποιώντας αυτή τη θέση, το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ κρίνουν ως απαράβατο όρο για τη δική τους ανάμειξη στην κυβέρνηση την ένταξη και του δεύτερου κόμματος, δηλαδή της Ν.Δ. ή του ΣΥΡΙΖΑ, επιθυμώντας προφανώς να αποφύγουν το επιζήμιο -για τη μετέπειτα εκλογική πορεία της Χαριλάου Τρικούπη- πρότυπο του 2012, όταν είχε συγκροτηθεί κυβέρνηση αρχικά Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ και στη συνέχεια μόνο με τους δύο πρώτους, αφήνοντας από την πρώτη στιγμή σε ρόλο αντιπολίτευσης τον ΣΥΡΙΖΑ.
«Δεν θα γίνουμε ουρά κανενός, δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν -και κυρίως τον δεύτερο- να λιποψυχήσει και να δραπετεύσει, ούτε θα δώσουμε λευκή επιταγή», προειδοποιούσε στο σύνολο των προεκλογικών της παρεμβάσεων προς διπλή κατεύθυνση (το εσωκομματικό ακροατήριο και τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις) η Φώφη Γεννηματά, γνωρίζοντας ότι το κόμμα της επί προεδρίας Ευάγγελου Βενιζέλου «έχει καεί στον χυλό και φυσάει και το γιαούρτι».
Ως βάση τεκμηρίωσης, πάντως, χρησιμοποιεί την άποψη ότι τα προβλήματα της χώρας είναι τεράστια και μόνο ο σχηματισμός ενός ευρύτατου κυβερνητικού συνασπισμού όλων των φιλοευρωπαϊκών κομμάτων, που θα στηρίζεται σε μια πολύ μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, θα μπορούσε να δώσει λύση σταθερότητας με ορίζοντα τετραετίας.
Για να ευοδωθεί ο μεγάλος συνασπισμός, στον οποίο η δραστηριοποίηση του ΠΑΣΟΚ θα ήταν πλήρης, ίσως με ρόλο ενός εκ των αντιπροέδρων στην κ. Γεννηματά, πιστεύεται ότι θα εξυπηρετούσε μια χαμηλή επίδοση για τους δύο βασικούς διεκδικητές της εξουσίας σε ποσοστά γύρω στο 28% ή και χαμηλότερα.
Υπολογίζοντας τα ποσοστά
Στην εκδοχή που ακούγεται έντονα για τον σχηματισμό κυβέρνησης Αριστεράς-Κεντροαριστεράς-Κέντρου, μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ και Ποταμιού, παρατίθεται ως ανασταλτικός παράγοντας η «αριθμητική»˙ με άλλα λόγια, η πρόβλεψη ότι το άθροισμα των εδρών των τριών κομμάτων θα οδηγεί σε ένα θνησιγενές σχήμα των 160 ή και λιγότερων βουλευτών.
Αν η εναλλακτική είναι οι επαναληπτικές εκλογές, τότε θα παρασχεθεί ψήφος ανοχής, πιθανότατα άνευ πράσινων στελεχών σε υπουργικές θέσεις και κυβερνητικά χαρτοφυλάκια ή έστω με εξωκοινοβουλευτικούς κοινής αποδοχής.
Η πλειονότητα των στελεχών εκτιμά ότι θα ήταν βλαπτική τυχόν ανάληψη κυβερνητικών καθηκόντων από το ΠΑΣΟΚ χωρίς να δοθεί αντίστοιχη ευθύνη στη Ν.Δ. Παραπλήσιο πρόβλημα ανεύρεσης επιχειρημάτων που θα έπειθαν για τη σύμπραξη στην κυβέρνηση με τη Συγγρού θα δημιουργούσε στη Χαριλάου Τρικούπη πιθανή πρωτιά για το κόμμα του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, καθώς σε μια τέτοια περίπτωση ίσως ο ΣΥΡΙΖΑ να διευκολυνόταν να περάσει στα αντιπολιτευτικά έδρανα.
Εξυπακούεται ότι κάθετα αρνητική θα είναι η στάση σε πρόταση συνεργασίας στην ίδια κυβέρνηση με τους ΑΝ.ΕΛΛ. του Πάνου Καμμένου, σε περίπτωση που καταφέρουν να εισέλθουν στη Βουλή.
Σε ό,τι αφορά τον πρωθυπουργό σε μια κυβέρνηση συνασπισμού, από τη Δημοκρατική Συμπαράταξη διατείνονται ότι δεν σκοπεύουν να βάλουν ζήτημα συγκεκριμένου προσώπου, δίνοντας έμφαση στην προγραμματική συμφωνία.
Πιο αναλυτικά, από το ΠΑΣΟΚ εξηγούν ότι οι ψηφισθείσες από την απελθούσα Βουλή διατάξεις και μεταρρυθμίσεις που προβλέπει το Μνημόνιο με τους δανειστές είναι απαραίτητο να εφαρμοστούν, «αφού αυτό θα συμβάλει στη σταδιακή ανάκτηση της αξιοπιστίας και μετά τις σχετικές αξιολογήσεις».
Κατόπιν, συμπληρώνουν, είναι εφικτή η επαναδιαπραγμάτευση ορισμένων σημείων, από τα πιο επαχθή και άδικα για την κοινωνία και την οικονομία, «τα οποία όμως φέρουν την υπογραφή της διαπραγμάτευσης του κ. Τσίπρα».
Ταυτόχρονα, σημαντική για να μπει η Δημοκρατική Συμπαράταξη στην κυβέρνηση κρίνεται η αποδοχή προτάσεων για θεσμικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, όπως η κατάργηση του μπόνους των 50 εδρών και η καθιέρωση της απλής αναλογικής, ενώ με νόημα υπογραμμίζεται ότι οι διαβουλεύσεις στις διερευνητικές εντολές δεν θα διέπονται από λογικές να μοιραστούν οφίτσια και «καρέκλες».
