Ολοκληρώθηκαν στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής οι τοποθετήσεις των κοινωνικών και συνδικαλιστικών φορέων, που κλήθηκαν να καταθέσουν τις απόψεις τους επί του νομοσχεδίου του υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης, για την κινητικότητα στο Δημόσιο.
Η συζήτηση ολοκληρώθηκε με ενστάσεις, διαφωνίες και επί μέρους παρατηρήσεις και προτάσεις. Οι συμμετέχοντες (συνδικαλιστικοί και κοινωνικοί φορείς) έφυγαν από τη συνεδρίαση με την γενική παραδοχή ότι το ν/σ κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.
Όπως μετέδωσε το ΑΠΕ-ΜΠΕ, η υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Όλγα Γεροβασίλη, χαρακτήρισε «χρήσιμο και γόνιμο τον διάλογο που έγινε», υποσχέθηκε επί μέρους βελτιωτικές αλλαγές, ενώ απέρριψε αιτιάσεις ότι είναι ένα νομοσχέδιο με ασκήσεις επί χάρτου, αντιτείνοντας ότι είναι ένα κομμάτι μιας μεγάλης δουλειάς, που λύνει χρόνιες παθογένειες του Δημοσίου.
Απαντώντας στις επισημάνσεις φορέων, που ζήτησαν να ληφθούν υπόψη οι νησιωτικές και παραμεθόριες ιδιαιτερότητες σε ό,τι αφορά την κινητικότητα, η κ. Γεροβασίλη επεσήμανε ότι το νομοσχέδιο δεν προσθέτει προβλήματα, αλλά λύνει, ιδιαίτερα για Δήμους όπως η Κάσος, που δεν έχουν ούτε έναν υπάλληλο.
Επίσης, υποστήριξε ότι αίρεται η αδικία για τα ποσοστά προσλήψεων ειδικών κατηγοριών, όπως ατόμων με αναπηρία, τρίτεκνων ή επιστημόνων.
Τοπική Αυτοδιοίκηση
Από την πλευρά τους, οι εκπρόσωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ζήτησαν μεταξύ άλλων, να μην εξαιρεθούν από την κινητικότητα το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας, ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα επιστροφής τους από τα σωφρονιστικά καταστήματα στα οποία είχαν μετακινηθεί.
Η κ. Γεροβασίλη εξήγησε, ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης είχε ενστάσεις, για να μην δημιουργηθούν προβλήματα στα σωφρονιστικά καταστήματα, γι’ αυτό και μπαίνουν στον δεύτερο κύκλο κινητικότητας, μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαγωνισμοί, ώστε να μην μείνουν κενές θέσεις.
«Ίσως δεν είναι η δικαιότερη λύση, αλλά είναι μια μέση λύση, για να καλυφθούν οι ανάγκες του υπουργείο Δικαιοσύνης.
Αν υπάρξει όμως άλλη λύση που μπορεί να ευδοκιμήσει, εδώ είμαστε για να το δούμε», πρόσθεσε.
Ο εκπρόσωπος της ΚΕΔΕ, Νικόλαος Χιωτάκης, αναγνώρισε ότι το νομοσχέδιο κινείται σε θετική κατεύθυνση, σε ό,τι αφορά το νέο σύστημα κινητικότητας και την διαδικασία αξιολόγησης των δομών, ωστόσο, εξέφρασε μια βασική, όπως την χαρακτήρισε, διαφωνία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς δεν υπάρχει η προϋπόθεση να γίνεται με την σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου φορέα.
Πρότεινε επίσης, «στα θέματα των μετατάξεων και των αποσπάσεων, η ΚΕΔΕ να μην είναι μόνο παρατηρητής, αλλά να έχει και δικαίωμα ψήφου» αλλά και να επιτραπεί στους Δήμους να καλύπτουν και άλλα έξοδα, πλην των διοικητικών, στους υπαλλήλους που θα προσλαμβάνουν.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο εκπρόσωπος της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδος, Δημήτρης Μαραβέλιας, τονίζοντας ότι είναι επιτακτική ανάγκη η δημιουργία ενός ενιαίου πλαισίου, για το σύνολο των υπαλλήλων που υπηρετούν στο Δημόσιο, σημείωσε ότι πρέπει να απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του φορέα για τις μετατάξεις και ζήτησε και να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των απομακρυσμένων ή νησιωτικών περιοχών.
Εργαζόμενοι
Την διαφωνία του στο να εκχωρείται προσωπικό χωρίς την συναίνεση του αρμόδιου φορέα, εξέφρασε και ο Ιωάννης Τσούνης, εκπρόσωπος της ΠΟΕ – ΟΤΑ, κάνοντας λόγο για μεγάλη έλλειψη προσωπικού και τονίζοντας ότι το νομοσχέδιο διαπνέεται από τη λογική περαιτέρω μείωσής του.
Έμφαση στο θέμα των υπηρεσιακών συμβουλίων, τονίζοντας την «απαραίτητη ανάγκη συμμετοχής και της ΑΔΕΔΥ σε αυτά», έδωσε ο εκπρόσωπος της, Δημήτρης Μπράτης, αναγνωρίζοντας πάντως, ότι «το νομοσχέδιο κινείται προς θετική κατεύθυνση και έχει τα εχέγγυα της διαφάνειας, της φερεγγυότητας και της αντικειμενικότητας».
