Η ξαφνική εμπλοκή που παρουσιάστηκε το απόγευμα της Τετάρτης με την κύρωση της σύμβασης παραχώρησης του ΟΛΠ στην Cosco, λόγω της επιστολής της κινεζικής εταιρείας με την οποία κατήγγειλε αθέτηση των συμφωνηθέντων, έληξε αισίως λίγες ώρες πριν από την αναχώρηση του πρωθυπουργού για το Πεκίνο.
Επειτα από αλλεπάλληλες διαβουλεύσεις, μια συνεδρίαση της Βουλής που διήρκεσε πάνω από 12 ώρες -αφού διακόπηκε για λίγο το μεσημέρι- με την κυβέρνηση να καταθέτει επτά νομοτεχνικές βελτιώσεις, ικανοποιώντας τις ενστάσεις της εταιρείας, η σύμβαση εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία (ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝ.ΕΛΛ., Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι, Ενωση Κεντρώων), καθώς μόνο το ΚΚΕ και η Χρυσή Αυγή την καταψήφισαν, έπειτα από ονομαστική ψηφοφορία (223 υπέρ, 25 κατά).
Ο υπουργός Ναυτιλίας Θοδωρής Δρίτσας δικαιολόγησε τις αλλαγές που έγιναν αρχικά στο κατατεθέν κείμενο σε σχέση με τα συμφωνηθέντα, λέγοντας ότι αυτό συνέβη στο πλαίσιο της ορθής νομοθέτησης και μάλιστα με πρωτοβουλία της Γενικής Γραμματείας της κυβέρνησης και όχι του ίδιου του υπουργείου.
Διέψευσε κατηγορηματικά ότι το Μέγαρο Μαξίμου πήρε αποστάσεις από τον ίδιο, καταγγέλλοντας την «αγυρτεία» των ΜΜΕ, ενώ σε διαδοχικές παρεμβάσεις του καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης εμφανίστηκε σχεδόν απολογητικός.
Εκανε λόγο για «επιλογή σχεδόν καταναγκαστική», παρ’ όλο που ο ίδιος και το κόμμα του διαφωνούν με την ιδιωτικοποίηση του λιμανιού του Πειραιά, και πρόσθεσε ότι «ο λαός μάς έδωσε την εντολή να παραμείνουμε και όχι η προσκόλλησή μας στην εξουσία».
«Κυβέρνηση αλαλούμ»
Η εμπλοκή που σημειώθηκε έδωσε έδαφος στον Κυριάκο Μητσοτάκη να ασκήσει σκληρή κριτική.
Ο πρόεδρος της Ν.Δ. σε ξαφνική παρέμβασή του χθες το απόγευμα στην Ολομέλεια μίλησε για «κυβέρνηση–αλαλούμ», που αποδεικνύει καθημερινά ότι «η χώρα δεν χρειάζεται αλλαγή εκλογικού νόμου, αλλά εκλογές», ενώ ανέφερε ότι είναι προσωπικά «εκτεθειμένος» ο πρωθυπουργός.
Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατήγγειλε την κυβέρνηση για «παιδαριώδη παιχνίδια» που διασύρουν τη χώρα και διώχνουν τους επενδυτές και τόνισε ότι βάζει σε κίνδυνο τις σχέσεις της χώρας με την Κίνα προκειμένου να κάνει χατίρια σε «μια δράκα συνδικαλιστών».
«Ο Τσίπρας και συνολικά η κυβέρνηση είναι η επιτομή της υποκρισίας, της αναξιοπιστίας και της αναξιοπρέπειας» είπε ο κ. Μητσοτάκης, προσθέτοντας απευθυνόμενος στα υπουργικά έδρανα: «Σε μια εποχή που η προσέλκυση επενδύσεων πρέπει να αποτελεί πρώτη προτεραιότητα εσείς κάνετε ό,τι περνά από το χέρι σας για να διώξετε τους επενδυτές».
Χαρακτηρίζοντας «κόλαφο» την επιστολή της Cosco συνέχισε λέγοντας «ότι ο πρωθυπουργός δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από τα στελέχη του. Δεν δέχομαι δήθεν ιδεολόγους που από τη μια πουλάνε αριστεροσύνη και ήθος και από την άλλη κάνουν τα πάντα για να μείνουν λίγο ακόμη στην εξουσία».
Απαντώντας στον πρόεδρο της Ν.Δ., ο Θοδ. Δρίτσας είπε ότι η αξιοπιστία της χώρας υπηρετείται καλύτερα από την παρούσα κυβέρνηση που έχει «σχεδιασμό προοπτικής και όχι κατανάλωσης».
Σε παρόμοιο μήκος κύματος με τον Κυρ. Μητσοτάκη και ο Σταύρος Θεοδωράκης κατηγόρησε την κυβέρνηση για «μπαγαποντιές που διώχνουν τους επενδυτές» και έκανε λόγο για απώλεια αξιοπιστίας τόσο της κυβέρνησης όσο και της χώρας.
«Κουτοπονηριές»
«Ανατολίτικες κουτοπονηριές σε μια εποχή που η χώρα χρειάζεται μόνο σοβαρότητα», σημείωσε μεταξύ άλλων ο επικεφαλής του Ποταμιού, υπογραμμίζοντας ότι τα συμφωνηθέντα πρέπει να τηρούνται, διαφορετικά «είναι ένα κράτος–παρωδία και με ένα κράτος–παρωδία κανένας δεν θέλει να έχει σχέσεις».
Από την πλευρά του ο πρόεδρος της Ενωσης Κεντρώων διαφοροποιήθηκε από τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, δεν καταλόγισε πρόθεση στην κυβέρνηση, αντιθέτως δήλωσε ότι δυσαρεστήθηκε από το περιεχόμενο της επιστολής της Cosco.
«Δεν θα συμμεριστώ τη σπέκουλα της αντιπολίτευσης, η σύμβαση θα κυρωθεί. Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση έδωσαν τη σωστή λύση» είπε ο Βασίλης Λεβέντης και στη συνέχεια επέκρινε την ενέργεια της κινεζικής πολυεθνικής. «Δεν μου άρεσε το ύφος της επιστολής των Κινέζων, απέναντι σε μια χώρα που θέλουν να επενδύσουν. Πρέπει να καταλάβουν ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που θέλει επενδύσεις αλλά έχει και αξιοπρέπεια».
