Χθες στην Ολομέλεια τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των θυμάτων των Τεμπών. Τρία χρόνια μετά το ασύλληπτο σιδηροδρομικό δυστύχημα κι ενώ οι συγγενείς των 57 νεκρών, όπως και οι χιλιάδες πολίτες που εξακολουθούν να απαιτούν δικαίωση και τιμωρία, δεν παραχωρούν το «δικαίωμα της σιωπής» σε κανέναν, η λέξη «συγκάλυψη» εδραιώνεται στην πολιτική αντιπαράθεση, με όλα τα κόμματα απέναντι στην κυβέρνηση να αναζητούν ακόμη τους εντολείς κάθε είδους «μπαζώματος» – που όπως φαίνεται καθιερώνεται ως στρατηγική, μαζί με τη διάχυση ευθυνών, για όλα τα σκοτεινά σενάρια που απειλούν το Μαξίμου.
Στις 29 Ιανουαρίου του ’25, σε τηλεοπτική του συνέντευξη, ο πρωθυπουργός ξόρκισε το αποτέλεσμα της βραχύβιας διάρκειας της εξεταστικής που στήθηκε καταρχάς για τα Τέμπη, λέγοντας πως «δεν ήταν η καλύτερη στιγμής της Βουλής». Υπενθυμίζεται ότι η επιτροπή άνοιξε τις εργασίες της στις 23.11.23 (αφού είχαν προηγηθεί σπασμωδικές κινήσεις από πλευράς της κυβέρνησης κι ενώ είχαν απορριφθεί οι προτάσεις της αντιπολίτευσης για προανακριτική), κινήθηκε αμιγώς στη γραμμή του «ανθρώπινου λάθους» -για το οποίο ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε βιαστεί να γνωμοδοτήσει- και τις έκλεισε εσπευσμένα (στις 20.2.24) χωρίς κρίσιμους μάρτυρες και προτού διαβιβαστεί η δικογραφία από την Εισαγγελία Εφετών της Λάρισας.
Ο Χρήστος Τριαντόπουλος, υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ τότε και αρμόδιος Πολιτικής Προστασίας, δεν εμφανίστηκε ποτέ, ο τότε περιφερειάρχης Θεσσαλίας κλήθηκε στην εκπνοή των εργασιών και αφού είχε ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του, οπότε και επικαλέστηκε το δικαίωμα του κατηγορουμένου στη σιωπή, ενώ ο διατελών υπουργός Μεταφορών την περίοδο του δυστυχήματος, Κώστας Αχ. Καραμανλής, αρνήθηκε κάθε ευθύνη, μιλώντας προκλητικά για «πολιτική εκμετάλλευση» και «εμπόριο πόνου».
Τον Μάρτιο του ’25 ο φάκελος ξανανοίγει υποχρεωτικά στη Βουλή, αφού το Μαξίμου αλλάζει άρδην πλεύση μετά το εκκωφαντικό μήνυμα των ιστορικών συλλαλητηρίων σε όλη τη χώρα. Στις 4/2 ξεκινά η «διαβολοβδομάδα» για την κυβέρνηση στην Ολομέλεια, ύστερα από πρόταση προανακριτικής που κατέθεσε το ΠΑΣΟΚ εναντίον του Χρήστου Τριαντόπουλου, προκειμένου να ελεγχθεί για το «μπάζωμα» του πεδίου της τραγωδίας. Η πλειοψηφία συναινεί για την παραπομπή του (κι ενώ στο μεταξύ ο ίδιος είχε προαναγγείλει παραίτηση από το κυβερνητικό σχήμα), αλλά με περιορισμένο κατηγορητήριο σε παράβαση καθήκοντος.
Αμετανόητος
Οι πολιτικοί αρχηγοί προειδοποιούν την κυβέρνηση να μη διανοηθεί να μετατρέψει και την προανακριτική σε παρωδία, δείχνουν ξεκάθαρα ως «ενορχηστρωτή» της συγκάλυψης τον Κυριάκο Μητσοτάκη και περιμένουν την απολογία του την αμέσως επόμενη ημέρα στη Βουλή, στην προ ημερησίας συζήτηση που είχαν ζητήσει ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. και ΚΚΕ. Ο πρωθυπουργός εμφανίζεται αμετανόητος στην Ολομέλεια, «αθωώνει» τον Τριαντόπουλο προτού ξεκινήσει η προανακριτική, μιλώντας για «αστήρικτο κατηγορητήριο». Η συζήτηση διακόπτεται από την πρόταση δυσπιστίας που καταθέτει το ΠΑΣΟΚ με συνυπογραφή από ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., Νέα Αριστερά, Πλεύση Ελευθερίας και ανοίγει η τριήμερη διαδικασία.
Τη δεύτερη ημέρα της συζήτησης, το «e-mail Τριαντόπουλου» που βγαίνει στο φως προκαλεί θύελλα στην Ολομέλεια καθώς εμπλέκει περισσότερα κυβερνητικά στελέχη (Σκέρτσο, Γεραπετρίτη) στο ενδεχόμενο απόκρυψης στοιχείων. Το βράδυ της 7ης Μαρτίου, ο Κυρ. Μητσοτάκης απευθύνει εξαγγελίες αντί για απαντήσεις, επιτίθεται ακραία, με το αφήγημα του «τεχνητού διχασμού», στους πολιτικούς του αντιπάλους, παραδέχεται ωστόσο ότι «είναι δύσκολο να πειστεί η κοινωνία ότι δεν έγινε συγκάλυψη», καταγγέλλοντας όμως ταυτόχρονα πλήρη εργαλειοποίηση της τραγωδίας από την πλευρά της αντιπολίτευσης.
Οσα ακολούθησαν ξεπέρασαν κάθε σενάριο θεσμικής ακροβασίας. Ο Χρήστος Τριαντόπουλος αναλαμβάνει «πρωτοβουλία» να κριθεί από τον φυσικό του δικαστή, μόλις που είχε προλάβει να εκλεγεί το γαλάζιο προεδρείο της επιτροπής, επιβεβαιώνοντας το σκηνικό της «προανακριτικής της μιας ημέρας» που μέχρι τότε είχε προκριθεί από το Μαξίμου προκειμένου να αποφευχθούν επώδυνες αποκαλύψεις. Στο παρά πέντε η πλειοψηφία, ενώ είχε ήδη εγκρίνει την απευθείας παραπομπή του στο δικαστικό συμβούλιο, αποφασίζει να παρατείνει για λίγο τις εργασίες της μόνο και μόνο για να κλητευθεί ο πρώην υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ.
«Καλούμε τον ύποπτο πριν από τους μάρτυρες;» απορούσαν τα μέλη της μειοψηφίας, καταγγέλλοντας ωμή παραβίαση του Συντάγματος και των αρχών της ποινικής προδικασίας. Οι προκλητικές μεθοδεύσεις συνεχίστηκαν, ο Τριαντόπουλος δεν εμφανίστηκε στην προανακριτική (μέσω υπομνήματος δήλωσε αθώος) και ο επίλογος του «μπαζώματος» γράφτηκε στις 10/4 στην Ολομέλεια. Για πρώτη φορά στα χρονικά πολιτικό πρόσωπο οδηγήθηκε στον προθάλαμο του Ειδικού Δικαστηρίου με δίωξη που ασκήθηκε από τη Βουλή χωρίς προανακριτικό έργο.
Στις 28/4 ανακοινώνεται στη Βουλή η διαβίβαση της ογκώδους δικογραφίας από τον εφέτη ανακριτή της Λάρισας, οπότε παίρνουν και πάλι μπροστά οι μηχανές για την «απαλλαγή» του Κ. Αχ. Καραμανλή από τυχόν ποινικές ευθύνες.
Στις 18/6 τοποθετούνται 14 κάλπες στην Ολομέλεια, όσα και τα πολιτικά πρόσωπα που υποδείχθηκαν για διερεύνηση από τις τρεις προτάσεις για τη σύσταση προανακριτικής που κατατέθηκαν (από τη Ν.Δ., το ΠΑΣΟΚ και την ετερόκλητη σύμπραξη τεσσάρων Κ.Ο. που υπέγραψαν αντίστοιχο κείμενο από την πλευρά συγγενών των θυμάτων). Η πρώτη αφορούσε τον Κ. Αχ. Καραμανλή, η ένατη τον ίδιο τον πρωθυπουργό, ως εγκαλούμενο για «εσχάτη προδοσία».
Παραπομπή
Τα ξημερώματα, έπειτα από μαραθώνια συνεδρίαση, η πλειοψηφία ενέκρινε και πάλι την κυβερνητική στρατηγική, υπερψηφίζοντας την πρόταση παραπομπής του πρώην υπουργού Μεταφορών σε προανακριτική για το πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με αφορμή την κατηγορία εναντίον του, είχε σπάσει τότε την παράδοση της απουσίας του από τις αντίστοιχες συνεδριάσεις και από το βήμα της Ολομέλειας εξέφρασε τη βεβαιότητα πως η συζήτηση θα περνούσε στο χθες «μαζί με τα κόμματα που την προκάλεσαν».
Η προανακριτική σηκώνει αυλαία στις 24 Ιουνίου και εξελίσσεται σε κακέκτυπο, προσβάλλοντας και πάλι ευθέως, με ευθύνη της πλειοψηφίας, τους κανόνες του Συντάγματος και της ποινικής δικονομίας, καθώς εφαρμόζεται πιστά η φόρμουλα Τριαντόπουλου. Στις 22 του περασμένου Ιουλίου η κυβέρνηση σφραγίζει στην Ολομέλεια τον φάκελο των Τεμπών, οδηγώντας τον Κ. Αχ. Καραμανλή στο δικαστικό συμβούλιο, χωρίς στοιχεία και καταθέσεις και με εντελώς άσχετο προς τη δικογραφία κατηγορητήριο. Οι πτέρυγες της αντιπολίτευσης απείχαν από την ψηφοφορία, με τους πολιτικούς αρχηγούς να δεσμεύονται πως οι μεθοδεύσεις του Μαξίμου, που καθιέρωσαν καθεστώς ατιμωρησίας ευτελίζοντας τους θεσμούς, σε επόμενη, «διαφορετική» Βουλή δεν θα μείνουν αναπάντητες.
