Στον «ανθρώπινο παράγοντα» έριξε το κύριο βάρος για τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών και ο δεύτερος, μετά τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, εν ενεργεία υπουργός της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, καταθέτοντας στην εξεταστική της Βουλής -κόντρα ακόμα και στο «πόρισμα Γεραπετρίτη»- πως υπήρχε σύστημα τηλεδιοίκησης στη Λάρισα το οποίο δεν χρησιμοποίησε ο σταθμάρχης.
Ο υπουργός Οικονομικών, που κατείχε δύο φορές στο παρελθόν το αρμόδιο χαρτοφυλάκιο (την περίοδο 2007-2009 και το 2012), υποστήριξε πως την ημέρα του δυστυχήματος λειτουργούσε σύστημα τηλεδιοίκησης στο μοιραίο σημείο, ενώ πιεζόμενος από τους εκπροσώπους της αντιπολίτευσης που του υπενθύμιζαν το πόρισμα της επιτροπής εμπειρογνωμόνων, σύμφωνα με το οποίο υπήρχε μόνο τοπικό σύστημα σηματοδότησης, δήλωσε πως δεν γνωρίζει το σχετικό κείμενο. Αντιθέτως, όπως ο ίδιος πρόσθεσε, στηρίχθηκε στους ισχυρισμούς του διευθύνοντος συμβούλου του ΟΣΕ, Παναγιώτη Τερεζάκη, εμπιστευόμενος, όπως είπε, την τεχνική και επιστημονική του επάρκεια. «Δεν έχω διαβάσει το πόρισμα. Λέω τη γνώμη που έχω σχηματίσει έχοντας εμπιστοσύνη στον κ. Τερεζάκη», είπε, φέρνοντας σε δύσκολη θέση τη γαλάζια πτέρυγα της επιτροπής που μέχρι στιγμής δεν έχει συμπεριλάβει στον σχετικό κατάλογο την κατάθεσή του, παρά την αντίθετη γνώμη των άλλων κομμάτων που τον θεωρούν ουσιώδη μάρτυρα.
«Ακόμη και αν δεχτούμε, θεωρητικά, ότι υπήρχε πρόβλημα με την τηλεδιοίκηση, δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι χωρίς τηλεδιοίκηση δεν μπορούν να λειτουργήσουν τα τρένα…» επέμεινε ο υπουργός, τονίζοντας ότι «δεν μπορούμε να αθωώνουμε ανθρώπους, υπαλλήλους που αποδεικνύονται τελικά ανεύθυνοι».
Στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο κ. Χατζηδάκης δήλωσε πως κατά τη διάρκεια της θητείας του στα αρμόδια υπουργεία διαπίστωσε πως «ο ΟΣΕ ήταν η πιο προβληματική επιχείρηση της Ευρώπης» και μεταξύ άλλων αναφέρθηκε σε διαφθορά (διευκρινίζοντας ότι τα τελευταία χρόνια έχει εν μέρει αντιμετωπιστεί) και σε συχνούς βανδαλισμούς στα σημεία του σιδηροδρομικού δικτύου. Επί του προκειμένου, επανέλαβε πως η κυβέρνηση ανέλαβε τις ευθύνες της μετά την τραγωδία, επικαλούμενος την παραίτηση του Κώστα Καραμανλή, τη «σκληρή αυτοκριτική» του πρωθυπουργού και τις δράσεις ανάταξης της συνολικής κατάστασης. Κατά τα λοιπά, δήλωσε άγνοια, όπως όταν ρωτήθηκε από τον εισηγητή του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., Βασίλη Κόκκαλη, εάν και κατά πόσο ήταν νόμιμη η μετάταξη του συγκεκριμένου σταθμάρχη.
«Αγνοώ τις λεπτομέρειες και θα ήταν άστοχο να τοποθετηθώ» απάντησε ο κ. Χατζηδάκης. Ενώ σε ερώτηση της εισηγήτριας του ΠΑΣΟΚ Μιλένας Αποστολάκη εάν αναγνωρίζει «αιτιώδη σύνδεσμο» ανάμεσα στην εκτέλεση της επίμαχης σύμβασης 717 (για την τηλεδιοίκηση και τη σηματοδότηση του δικτύου) και την τραγωδία των Τεμπών, απάντησε πως «είναι πολύ καλύτερο τα σιδηροδρομικά έργα να προχωρούν –όσες εγγυήσεις υπάρχουν τόσο το καλύτερο– όμως γύρω από τον σταθμό, το κρίσιμο διάστημα, υπήρχε σύστημα τηλεδιοίκησης που δεν χρησιμοποίησε ο σταθμάρχης». Οταν, ωστόσο, η κ. Αποστολάκη τον ρώτησε εάν ο ίδιος, από τη θέση του αρμόδιου υπουργού, θα είχε ασχοληθεί με το έγγραφο εμπιστευτικού πρωτοκόλλου της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, εμφανίστηκε να «αδειάζει» τον κ. Καραμανλή, απαντώντας αυθόρμητα «Ε, βέβαια…».
Σχολιάζοντας τη χθεσινή κατάθεση του υπουργού Οικονομικών, οι βουλευτές που εκπροσωπούν την αξιωματική αντιπολίτευση στην εξεταστική δήλωσαν πως ακολούθησε την κυβερνητική γραμμή της αποποίησης ευθυνών. «Και για τον κ. Χατζηδάκη φταίει μόνο ο σταθμάρχης. Οσο και να προσπαθεί η κυβερνητική πλειοψηφία να συγκαλύψει και να θολώσει τα νερά για το τραγικό δυστύχημα, εμείς θα εργαζόμαστε για την ανάδειξη της αλήθειας και την απόδοση ευθυνών στους πραγματικούς υπαίτιους της τραγωδίας».
