ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Έλενα Βαρίνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Aμετακίνητη η κυβέρνηση από τις αιχμές του νομοσχεδίου του υπουργείου Δικαιοσύνης που προκάλεσαν σωρεία αντιδράσεων στον νομικό κόσμο και στα κόμματα· «πέρασε» με την πλειοψηφία της, χθες το απόγευμα στη Βουλή, τις αλλαγές στους Ποινικούς Κώδικες συνεπικουρούμενη εν μέρει από το Κίνημα Αλλαγής.

Το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης με τα 172 άρθρα και τις επτά τροπολογίες εγκρίθηκε στο σύνολό του μόνο από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας, αφού προηγουμένως δοκίμασε την επίσημη θέση του ΚΙΝ.ΑΛΛ. στο «παρών» και με σύσσωμη την αντιπολίτευση να καταψηφίζει.

Στα αλλεπάλληλα πυρά που δέχτηκε σε όλη τη διάρκεια της διήμερης συζήτησης στην Ολομέλεια ο αρμόδιος υπουργός, προστέθηκε και η σκληρή κριτική για την τροπολογία που επιτρέπει την απόσπαση εν ενεργεία δικαστών στην αντιπροεδρία της κυβέρνησης και στο υπουργείο Δικαιοσύνης, με τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ–Π.Σ. Θεόφ. Ξανθόπουλο να εγείρει αφενός σοβαρό συνταγματικό πρόβλημα, να κατηγορεί αφετέρου την κυβέρνηση πως αιφνιδιάζει για άλλη μια φορά, εισάγοντας εξωθεσμικό τρόπο διοίκησης της Δικαιοσύνης.

Επισημαίνοντας πως το δικαστικό σώμα δεν είναι ούτε «θεραπαινίδα» των επιδιώξεων της πολιτικής εξουσίας ούτε «βοηθητικό προσωπικό» του υπουργείου, ο κ. Ξανθόπουλος εξαπέλυσε σκληρή κριτική για την κυβερνητική μεθόδευση, υπογραμμίζοντας, μεταξύ άλλων:

«Ο κ. Πικραμμένος έχει εκφράσει δημοσίως απόψεις για τις κρίσεις και την αξιολόγηση των δικαστών, έχει μιλήσει για δικαστικό Καλλικράτη. Βλέπουμε ότι διαμορφώνεται ένας άλλος πόλος διαχείρισης θεμάτων της Δικαιοσύνης. Αυτό δεν μπορούμε να το δεχτούμε… Δεν είναι δυνατόν να γίνονται τέτοιες θεσμικές παρεμβάσεις που δεν έχουν λειτουργική σχέση με τη δομή του υπουργικού συμβουλίου και πρωτίστως με τον ρόλο και τη θέση των Ελλήνων δικαστών».

Ο Κωνστ. Τσιάρας απέφυγε να απαντήσει, παρότι στην καταληκτική του τοποθέτηση υπεραμύνθηκε σθεναρά το νομοθέτημα και σχολίασε αναλυτικά την κριτική της αντιπολίτευσης για τις επίμαχες τροποποιήσεις που επιφέρει (π.χ. για τη διασπορά ψευδών ειδήσεων και τη μετατροπή σε κακούργημα του αδικήματος της κατασκευής και της μεταφοράς εκρηκτικών υλών). Για το άρθρο 36 (που τροποποιεί το 196 του Π.Κ. για τις ψευδείς ειδήσεις) συγκεκριμένα, επέμεινε πως δεν καταδεικνύει καμία πρόθεση φίμωσης της ελευθερίας του λόγου και επανέλαβε πως «όσο και να αισθάνεται κανείς την απειλή ότι παραβιάζεται η ελευθερία του λόγου, άλλο τόσο παραβιάζεται το δικαίωμα του πολίτη στην αληθινή ενημέρωση».

Ενώ σχετικά με την τροπολογία για τους εμπρηστικούς μηχανισμούς τόνισε, επικεντρώνοντας κυρίως στις παρατηρήσεις των εκπροσώπων του ΚΚΕ, ότι «προφανώς δεν αφορά αναπτήρες» αλλά την κατοχή των συγκεκριμένων υλών σε συναθροίσεις και σε μεγάλη ποσότητα. «Αν θεωρούν κάποιοι ελευθερία έκφρασης το να κουβαλάνε μολότοφ στην τσάντα τους, συγγνώμη, αλλά η κοινωνία έχει διαφορετική άποψη. Δεν μπορούν να καλύπτονται άνθρωποι που έχουν την πρόθεση να απειλήσουν ανθρώπινες ζωές…» σχολίασε.

Σημειώνεται πως ο υπουργός Δικαιοσύνης απέρριψε την τροπολογία του ΣΥΡΙΖΑ για την καθιέρωση του όρου «γυναικοκτονία» στην ποινική νομοθεσία υποστηρίζοντας πως καλύπτεται από τις νέες διατάξεις που προβλέπουν πλέον την ισόβια κάθειρξη ως μοναδική ποινή στο ειδεχθές έγκλημα της ανθρωποκτονίας. «Δεν θέλετε ισόβια για την ανθρωποκτονία ή θέλετε διαζευτικότητα ανάλογα των φύλων;» προκάλεσε μάλιστα την πτέρυγα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, επαναλαμβάνοντας πως έχει ήδη προαναγγείλει τη σύσταση νομοπαρασκευαστικής επιτροπής για την ολιστική αντιμετώπιση του ζητήματος.

«Η επιμονή που υπάρχει δεν είναι γιατί το πρόβλημα ανέκυψε τώρα, είναι γιατί έσπασε μια πολύχρονη σιωπή μέσα στις κοινωνίες σε βάρος χιλιάδων γυναικών», είχε τονίσει νωρίτερα ο Νίκος Βούτσης, καλώντας τον υπουργό να κάνει αποδεκτή την τροπολογία και να μην αναγάγει το ζήτημα σε πολιτικό ή κομματικό. Ο πρώην πρόεδρος της Βουλής καταλόγισε συνολικά στην κυβέρνηση πως με το νομοσχέδιο επιχειρεί βαθιά και συντηρητική αναδίπλωση του νομικού μας πολιτισμού, ότι κόπτεται να ανταποκριθεί σε πρωτοσέλιδα των φίλιων εφημερίδων και πως συγκροτεί «οπλοστάσιο» και μηχανισμούς απέναντι στις κοινωνικές αντιδράσεις.