Συστάσεις στην κυβέρνηση να είναι πολύ προσεκτική και ιδιαίτερα φειδωλή, την περίοδο μετά την τυπική λήξη του τρίτου μνημονίου, κάνει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Ταυτόχρονα, σε ένα πιο πολιτικό σχόλιο παραδέχεται ανοιχτά την ανεπάρκεια κρατικού μηχανισμού, όπως αυτή αναδείχτηκε ανάγλυφα στις πρόσφατες φονικές πυρκαγιές της Αττικής.
Στη δεύτερη τριμηνιαία έκθεσή του (Απρίλιος – Ιούνιος 2018), υπό τον συντονισμό του Φραγκίσκου Κουτεντάκη, το Γραφείο προειδοποιεί ότι «οι πρώτοι μήνες που θα ακολουθήσουν την έξοδο από το πρόγραμμα θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμοι, καθώς τα μηνύματα που θα στείλει η κυβέρνηση θα επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό την αξιοπιστία της εγχώριας οικονομικής πολιτικής και, κατά συνέπεια, το ύψος των επιτοκίων της αγοράς».
Συνεπώς, προσθέτει, «θα πρέπει να περιοριστούν στο ελάχιστο οι κίνδυνοι που προέρχονται από τις πολιτικές πιέσεις που θα ασκηθούν για περισσότερο επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και επιβράδυνση εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων μετά το τέλος του προγράμματος». Ουσιαστικά, το Γραφείο επιχειρεί να βάλει φρένο σε τυχόν προεκλογική παροχολογία, εν όψει της -δεδομένα προεκλογικής- χρονιάς που ξεκινά από Σεπτέμβριο.
Με κεντρικό θέμα συζήτησης και πολιτικής αντιπαράθεσης να αποτελεί η μείωση των συντάξεων από το 2019 και του αφορολόγητου το 2020, ο κ. Κουτεντάκης ρωτήθηκε, χθες, σχετικά και απάντησε με διπλωματικό τρόπο. Οπως είπε, δημοσιονομικά δεν είναι απαραίτητη η μείωσή τους, αν και σε πολιτικό επίπεδο υπάρχει η σχετική συμφωνία με τους δανειστές.
Σχολιάζοντας τις εξελίξεις στην οικονομία, η έκθεση εντοπίζει θετικές εξελίξεις στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, στις αμοιβές, στη μείωση των κόκκινων δανείων και των ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο. Ωστόσο, προβληματισμό προκαλεί η «λιγότερο ευνοϊκή εικόνα της ανεργίας που δεν μειώθηκε το πρώτο τρίμηνο», ο χαμηλός πληθωρισμός και η αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Ειδικά για το χρέος, το Γραφείο χαρακτηρίζει ως την «πλέον σημαντική εξέλιξη» τη συμφωνία που επιτεύχθηκε για το χρέος στο Eurogroup στις 22 Ιουνίου 2018, καθώς, όπως λέει, είναι το αποφασιστικό βήμα για την έξοδο στις αγορές.
Στοιχεία αβεβαιότητας
Παρ’ όλα αυτά, αναγνωρίζει ότι η απόφαση αυτή εμπεριέχει και στοιχεία αβεβαιότητας σχετικά με τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους μετά το 2038, όπως επισημαίνει και η πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ. Για τον λόγο αυτόν, υπογραμμίζουν οι συντάκτες της έκθεσης, «οι μακροπρόθεσμες αμφιβολίες που εκφράζονται στην έκθεση του ΔΝΤ ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τις αγορές και να καθυστερήσουν την αναβάθμιση των ελληνικών τίτλων από τους οίκους αξιολόγησης».
Σε ένα γενικότερο σχόλιό του για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, το Γραφείο σημειώνει ότι η πλέον κρίσιμη οικονομική μεταβλητή είναι η παραγωγικότητα της εργασίας, την οποία θα επηρεάσει καθοριστικά ο εκσυγχρονισμός και η αναβάθμιση των κρατικών υπηρεσιών.
«Τα πρόσφατα καταστροφικά γεγονότα στην Αττική (πλημμύρες στη Μάνδρα, πυρκαγιές στην Ανατολική Αττική), που οδήγησαν σε απώλεια ανθρώπινων ζωών, υποδηλώνουν την ύπαρξη αδυναμιών στον κρατικό μηχανισμό», παραδέχεται το Γραφείο και καταλήγει ότι «πέρα από τα προβλήματα στην οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών, πολλά από αυτά τα προβλήματα οφείλονται και στις χρόνιες παθογένειες του ελληνικού κράτους, όπως η έλλειψη εθνικού κτηματολογίου και κατάλληλου χωροταξικού σχεδιασμού».
