Για τον «θρησκευτικό ριζοσπαστισμό ως πρόκληση για την Ευρώπη» μίλησε την προηγούμενη Πέμπτη στο κεντρικό αμφιθέατρο του Ινστιτούτου Γκέτε ο διεθνούς φήμης Γάλλος καθηγητής, ειδικός σε θέματα κατανόησης του Ισλάμ, Ζιλ Κεπέλ.
Την εκδήλωση διοργάνωνε το Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής, σε συνεργασία με το Ιδρυμα Konrad Adenauer. Πέραν του κ. Κεπέλ, μίλησε και ο πρ. υπουργός Δημόσιας Τάξης και νυν κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Ν.Δ., Νίκος Δένδιας.
Στον ρόλο του συντονιστή ήταν ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Παν/μίου, Δημήτρης Καιρίδης, ενώ χαιρετισμό απηύθυνε ο πρόεδρος της Ν.Δ., Κυριάκος Μητσοτάκης.
Τον αναβάθμισε…
Αν και ο κ. Μητσοτάκης παρέστη ως πρόεδρος του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ωστόσο πολύ νωρίς στην ομιλία του ο κ. Κεπέλ μάς γνωστοποίησε ότι απευθυνόταν στον… πρωθυπουργό της χώρας, καθώς δεν ήταν λίγες οι φορές που απευθυνόμενος στον ίδιο, τον αποκάλεσε «κύριε πρωθυπουργέ».
Η αντίδραση από το κοινό (η κεντρική αίθουσα του Γκέτε ήταν κατάμεστη) σε κάθε τέτοια προσφώνηση ήταν άμεση και ενθουσιώδης: χαμόγελα και χειροκροτήματα.
Ο γνωστός ισλαμολόγος, ωστόσο, φαινόταν να το πιστεύει βαθιά, καθώς συνέχιζε σοβαρός την ανάλυσή του (και την εν λόγω προσφώνηση), η οποία έκρυβε και αυτή εκπλήξεις.
Αν και δεν απέκλινε διόλου από τα όσα είχε πει τον προηγούμενο Μάιο, σε σχετική ομιλία του στο Γαλλικό Ινστιτούτο, ωστόσο έκπληξη αν όχι απογοήτευση προκάλεσε το γεγονός ότι στην εκτενέστατη ανάλυσή του για τον θρησκευτικό φανατισμό του Ισλάμ, ποτέ δεν χρησιμοποίησε τις φράσεις «κοινωνική αδικία», «ταξική διαφοροποίηση», «ανεργία», «φτώχεια», παρά μόνο εστίασε στο ίδιο το Ισλάμ (συγκεκριμένα μίλησε για τον σαλαφισμό, που αποταύτισε από τον τζιχαντισμό) ως το κύριο αίτιο των τρομοκρατικών χτυπημάτων.
«Οι εξτρεμιστές είναι μια ‘‘κοινωνία’’ χωρίς νόμους που προσβλέπει σε μια ουτοπία μέσω του Κορανίου. Αυτό που λίγοι ακαδημαϊκοί επισημαίναμε ως σημαντικό ζήτημα πριν από δεκαπέντε χρόνια (σ.σ.: ο Κεπέλ ήταν από τους πρώτους που μίλησαν για την επιστροφή των θρησκευτικών πολέμων στην πολιτική σκηνή, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90), η Ευρώπη δεν το άκουσε και έκλεισε τα μάτια.
Οι θρησκευτικοί τρομοκράτες, σήμερα, αφού δεν κατόρθωσαν να χτυπήσουν αποτελεσματικά την Αμερική, στράφηκαν έξυπνα προς εμάς. Είδαν μια Ευρώπη ως το μαλακό υπογάστριο του δυτικού κόσμου, μια κουρασμένη ήπειρο, με πολλούς μουσουλμάνους που μπορούν να ριζοσπαστικοποιήσουν.
Θέλουν να κάνουν την Ευρώπη χαλιφάτο. Το θέμα είναι πώς απαντάμε σε αυτή την απειλή…», δήλωσε, σκιαγραφώντας παράλληλα την ιστορία του τζιχαντισμού, διακρινόμενη σε τρεις περιόδους (1980-μέσα ’90, αρχές 2000 και σήμερα).
«Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός είναι η μία όψη, ωστόσο και η ίδια η Ευρώπη έχει πρόβλημα. Ο πρωθυπουργός (sic) κ. Μητσοτάκης ορθά το ανέφερε πριν. Οσο, όμως, η γαλλογερμανική ‘‘μηχανή’’ είναι σε καλή κατάσταση, η Ευρώπη θα είναι σε καλή κατάσταση», τόνισε χαρακτηριστικά.
Σύγχρονο φαινόμενο
Παίρνοντας τον λόγο, ο κ. Καιρίδης κάνοντας, εν είδει αστεϊσμού, σχόλια για την τραγική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα μας, τόνισε πως ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός είναι ένα σύγχρονο φαινόμενο που «φυσικά έχει σχέση με τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις των τελευταίων χρόνων».
Με τη σειρά του ο Νίκος Δένδιας σημείωσε ότι «αυτή τη στιγμή σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό η δυτική κοινωνία στο σύνολό της πληρώνει τραγικά λάθη επιλογών και τεράστιες ιστορικές αφέλειες».
«Εχω διαφωνήσει πολλές φορές με την αντίληψη ότι η Ελλάδα και η Ευρώπη πρέπει να είναι ένα ξέφραγο αμπέλι, δηλαδή μπορεί οποιοσδήποτε να μπαίνει στη χώρα χωρίς να ελέγχεται και να κυκλοφορεί ελεύθερος στο όνομα της υποβολής αιτήματος ασύλου και μέχρι αυτή να εκδικαστεί.
Το νομικό ευρωπαϊκό κεκτημένο της Ευρώπης, υπό έναν συγκεκριμένο τρόπο ανάγνωσης, θα μπορούσε να επιτρέπει κάτι τέτοιο.
Ομως πρέπει να σας πω ότι όλο αυτό το νομικό κεκτημένο φτιάχτηκε όταν λίγες εκατοντάδες κάθε χρόνο από την πρώην Σοβιετική Ενωση και τις ανατολικές χώρες έρχονταν στη Δύση και ζητούσαν προστασία. Με αυτή την αντίληψη είναι αδύνατον να αντιμετωπίσουμε εισροές εκατοντάδων χιλιάδων ή και εκατομμυρίων ανθρώπων», διευκρίνισε.
