H σημερινή συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. αποκτά χαρακτήρα κομβικής εσωκομματικής αναμέτρησης, καθώς σε αυτή μεταφέρεται με πιο καθαρούς όρους η αντιπαράθεση που καταγράφηκε στην Πολιτική Γραμματεία της Τετάρτης. Οι δύο βασικές γραμμές που αναδείχθηκαν τότε αναμένεται να διατυπωθούν εκ νέου, αυτή τη φορά ενώπιον ενός ευρύτερου κομματικού ακροατηρίου, με κάθε πλευρά να υπερασπίζεται τη στρατηγική της για το πώς πρέπει να κινηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ στο ζήτημα της προοδευτικής σύγκλισης.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται η γραμμή που εκφράστηκε στην εισήγηση του Σωκράτη Φάμελλου, η οποία δίνει έμφαση στο γεγονός ότι το πολιτικό πλαίσιο έχει ήδη διαμορφωθεί. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. έχει καταθέσει δημόσια και με σαφήνεια την πρότασή του για την προοδευτική διέξοδο και την ανασύνθεση του χώρου, με αποτέλεσμα το βάρος να μετατίθεται πλέον στα υπόλοιπα κόμματα, τα οποία καλούνται να τοποθετηθούν. Η προσέγγιση αυτή δεν επενδύει σε έναν τυπικό οδικό χάρτη με συγκεκριμένα βήματα και χρονοδιαγράμματα, αλλά στη διαμόρφωση πολιτικών όρων πίεσης προς τις άλλες δυνάμεις.
Στο ίδιο πλαίσιο, η πλευρά Φάμελλου υπογραμμίζει ότι κανείς στον ΣΥΡΙΖΑ δεν απορρίπτει εκ των προτέρων τις συνεργασίες, επιμένοντας όμως ότι αυτές θα πρέπει να έχουν σαφή προγραμματική βάση και πολιτική αξιοπιστία. Παράλληλα, ασκεί πίεση προς το ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Αριστερά να ξεκαθαρίσουν τη στάση τους, ενώ αναδεικνύει και τον ρόλο του Αλέξη Τσίπρα ως καθοριστικού παράγοντα για τη διαμόρφωση των εξελίξεων στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο.
Απέναντι σε αυτή τη γραμμή διαμορφώνεται μια δεύτερη προσέγγιση, η οποία δίνει έμφαση στην ανάγκη για πιο συγκεκριμένα βήματα και σαφή πολιτικό σχεδιασμό. Στελέχη όπως ο Παύλος Πολάκης και ο Τρύφωνας Αλεξιάδης αναμένεται να επαναφέρουν τη θέση ότι η προοδευτική σύγκλιση δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς χρονοδιάγραμμα και χωρίς έναν πιο συγκεκριμένο οδικό χάρτη, που θα περιλαμβάνει πρωτοβουλίες, επαφές και συγκεκριμένα στάδια.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση του Παύλου Πολάκη, ο οποίος, σύμφωνα με πληροφορίες, αναμένεται να καταθέσει και γραπτώς την πρότασή του στην Κεντρική Επιτροπή. Η πρόταση αυτή κινείται στη λογική μιας πιο επιθετικής πολιτικής πρωτοβουλίας, με επίκεντρο την προγραμματική συνεργασία στη βάση των «10+1 σημείων» που έχει παρουσιάσει ο ΣΥΡΙΖΑ στη ΔΕΘ, αλλά και με σαφές χρονοδιάγραμμα κινήσεων.
Στην ίδια κατεύθυνση αναμένεται να κινηθούν και άλλες παρεμβάσεις που θα θέσουν ζήτημα ρυθμού και αποτελεσματικότητας των πρωτοβουλιών, καθώς και ερωτήματα για το επίπεδο της επικοινωνίας με τις υπόλοιπες δυνάμεις του προοδευτικού τόξου, αλλά και με τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα. Το ζήτημα αυτό είχε ήδη τεθεί στην Πολιτική Γραμματεία, με στελέχη να ζητούν πιο σαφείς απαντήσεις για το αν υπάρχει ανταπόκριση από την πλευρά του πρώην πρωθυπουργού.
Η εικόνα που διαμορφώνεται ενόψει της Κεντρικής Επιτροπής είναι αυτή μιας εσωκομματικής συζήτησης που δεν έχει ακόμη καταλήξει σε κοινή γραμμή. Από τη μια πλευρά, υπάρχει η επιλογή της πολιτικής πίεσης και της αναμονής των τοποθετήσεων των άλλων κομμάτων· από την άλλη, η επιμονή σε πιο συγκεκριμένες και άμεσες κινήσεις, με στόχο να επιταχυνθούν οι εξελίξεις.
Την ίδια στιγμή, στο παρασκήνιο της συνεδρίασης καταγράφεται και μια άλλη εστία δυσαρέσκειας, που αφορά τη διαχείριση της επιστολής του Νίκου Κοτζιά προς την Πολιτική Γραμματεία. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο πρόεδρος του ΠΡΑΤΤΩ είχε ζητήσει η επιστολή του να διανεμηθεί στα μέλη της Πολιτικής Γραμματείας, κάτι που τελικά δεν έγινε, προκαλώντας γκρίνια από ορισμένα στελέχη.
Η επιστολή αυτή, η οποία τελικά δημοσιεύθηκε στο φύλλο της Πέμπτης της «Εφημερίδας των Συντακτών», περιείχε παρεμβάσεις και θέσεις για τη συγκρότηση του προοδευτικού χώρου, γεγονός που ενίσχυσε την αίσθηση ότι υπήρξε ατυχής διαχείριση ενός πολιτικά ευαίσθητου ζητήματος. Το περιστατικό αυτό προστίθεται στο ήδη φορτισμένο κλίμα και τροφοδοτεί συζητήσεις για τον τρόπο με τον οποίο διακινούνται κρίσιμες πολιτικές παρεμβάσεις στο εσωτερικό του κόμματος.
Σε κάθε περίπτωση, η σημερινή συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής αναμένεται να αποτελέσει ένα κρίσιμο τεστ για την ικανότητα του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. να γεφυρώσει τις εσωτερικές του διαφοροποιήσεις και να καταλήξει σε μια πιο σαφή στρατηγική κατεύθυνση. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν οι δύο αυτές γραμμές θα συγκλίνουν σε έναν κοινό παρονομαστή ή αν θα επιβεβαιωθεί η εικόνα παράλληλων προσεγγίσεων που συνυπάρχουν χωρίς να συναντιούνται.
