Δέσμη πέντε «ρηξικέλευθων προτάσεων», με στόχο «να επανέλθει η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς», κατέθεσε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής Νίκος Ανδρουλάκης.
Οι προτάσεις αυτές -όπως τις καταγράφει σε άρθρο του στην «Καθημερινή»- έχουν ως εξής:
«1. Αλλαγή στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, για να πάψει να αποτελεί μονοκομματική επιλογή.
2. Τροποποίηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών για να σταματήσουν τα φαινόμενα ασυλίας και ατιμωρησίας.
3. Απαγόρευση ανάληψης δημοσίων αξιωμάτων για τέσσερα χρόνια μετά την αφυπηρέτηση των δικαστών, ώστε να προστατευθεί η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας.
4. Συνεκτικό πλαίσιο για να μπει τέλος στη λεηλασία του δημοσίου χρήματος: Θεσπίζοντας πλαφόν 5% στην αξία των απευθείας αναθέσεων επί του συνόλου των πιστώσεων της αναθέτουσας αρχής. Παράλληλα με την κατάργηση σχετικών αναφορών που περιορίζουν την εφαρμογή του πλαφόν-κόφτη σε συγκεκριμένα μόνο είδη απευθείας αναθέσεων και με μείωση του ανώτατου ποσού απευθείας αναθέσεων στις 20.000 ευρώ (πλέον ΦΠΑ). Το 2024 -σύμφωνα με επίσημα στοιχεία- το 76,7% των συμβάσεων υπογράφηκαν με απευθείας ανάθεση. Στην Ελλάδα το 55% των διαγωνισμών καταλήγουν σε μόνο μία προσφορά, όταν στην Ε.Ε. είναι 32%.
5. Στιβαρό θεσμικό πλαίσιο για την καταπολέμηση του μαύρου πολιτικού χρήματος. Η υπόθεση της χρηματοδότησης της Ομάδας Αλήθειας από ιδιώτες είναι αποκαλυπτική.
Αυτά είναι δομικές μεταρρυθμίσεις, που τις περισσότερες έχουμε καταθέσει ήδη στη Βουλή, αλλά τη νομοθέτησή τους έχει αρνηθεί η Ν.Δ. Συνιστούν παρεμβάσεις που ενισχύουν τη Δημοκρατία και την αποτελεσματικότητα του κράτους», επισημαίνει ο Ν. Ανδρουλάκης, που δεν παραλείπει να ασκήσει δριμεία κριτική κατά του Κ. Μητσοτάκη.
«Η χώρα βιώνει μια βαθιά θεσμική παρακμή που φέρει φαρδιά-πλατιά την υπογραφή του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη. Ενός πολιτικού που το 2019 φόρεσε το προσωπείο του μεταρρυθμιστή και ευαγγελίστηκε επιστροφή στην “κανονικότητα”, έπειτα από την τραυματική περίοδο διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝ.ΕΛΛ. Περίοδο κατά την οποία η εργαλειοποίηση των θεσμών αναγορεύτηκε σε βασικό τρόπο άσκησης πολιτικής. Η επιστροφή στην “κανονικότητα”, όμως, αποδείχτηκε μεθοδευμένη εξαπάτηση. Το επιτελικό κράτος λειτούργησε σαν δούρειος ίππος για να εδραιωθούν οι καθεστωτικές πρακτικές του πρωθυπουργού.
Συνέχισε να χρησιμοποιεί το κράτος ως λάφυρο, ως εργαλείο πελατειακής διαχείρισης και αδιαφανούς εξουσίας με επίκεντρο το μέγαρο Μαξίμου και με σκοπό τον πλήρη έλεγχο των χρηματοδοτικών πηγών της οικονομίας, τη χειραγώγηση των θεσμικών αντίβαρων αλλά και μέρους των μέσων ενημέρωσης».
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, «το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η κορυφή του παγόβουνου: από την ενίσχυση των ολιγοπωλίων και την προνομιακή διανομή δισεκατομμυρίων ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης έως το ρεκόρ μετακλητών υπαλλήλων και το όργιο απευθείας αναθέσεων».
Και, εν κατακλείδι, «το ΠΑΣΟΚ μέχρι την ημέρα των εθνικών εκλογών θα δώσει τον αγώνα για την πολιτική αλλαγή, γιατί ο λαός απαιτεί αλλαγή πλεύσης και όχι τη διαιώνιση της αδιαφάνειας και της παρακμής. Είναι στο χέρι μας να τελειώσουμε επιτέλους με τα κλειστά κλαμπ εξουσίας και τις παλαιοκομματικές νοοτροπίες, που μας οδήγησαν στο χείλος της καταστροφής την προηγούμενη δεκαετία».
