Για πρώτη φορά στα κοινοβουλευτικά χρονικά προτείνεται η διερεύνηση ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών για εν ενεργεία πρωθυπουργό: αυτό προέκυψε χθες από την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία που κατατέθηκε επισήμως στο Κοινοβούλιο, όπως και εκείνη του Συλλόγου των Συγγενών Θυμάτων της σιδηροδρομικής τραγωδίας, που αναζητά τις 30 υπογραφές βουλευτών.
Σήμερα τη σκυτάλη παίρνει η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, η οποία θα ορίσει πότε θα συνεδριάσει η Ολομέλεια για το θέμα. Η κατάληξη της διαδικασίας είναι γνωστή πάντως: 14 κάλπες, μία για κάθε ένα από τα πολιτικά πρόσωπα, η διερεύνηση των τυχόν ποινικών ευθυνών των οποίων προτείνεται σε μία, έστω, από τις τρεις ώς τώρα προτάσεις (Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ).
Βαρύ κατηγορητήριο
Ξεκινώντας από την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ –αφού εξασφαλίστηκαν οι αναγκαίες υπογραφές, χάρη στη συνδρομή των έξι βουλευτών του Κινήματος Δημοκρατίας–, το οιονεί κατηγορητήριο για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι αρκετά βαρύ: οι βουλευτές επικαλούμενοι την ενημέρωση που είχε το πρωθυπουργικό γραφείο για την κατάσταση των σιδηροδρόμων καταλήγουν στο συμπέρασμα: «Ο Πρωθυπουργός, κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, εγνώριζε τους κινδύνους για την ασφάλεια της ζωής και σωματικής ακεραιότητας των επιβατών εξαιτίας των εξίσου γνωστών σε αυτόν οξύτατων προβλημάτων του σιδηροδρομικού δικτύου».
«Μολαταύτα –προστίθεται– δεν έλαβε καμία πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση των προβλημάτων, που προκαλούσαν κινδύνους για την ασφάλεια της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των επιβατών, και συνακόλουθα απεδέχθη το ενδεχόμενο επέλευσης των συνεπειών εκ των ως άνω κινδύνων για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των επιβατών, το οποίο ενδεχόμενο, ενόψει της φύσης των ελλείψεων και προβλημάτων στη λειτουργία των σιδηροδρόμων, ευχερώς μπορούσε και έπρεπε να αξιολογηθεί ως επερχόμενο με πιθανολόγηση, που εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, έστω και αν απηύχετο την πρόκληση του κοινού κινδύνου για τον θάνατο ή τη σωματική βλάβη των επιβατών».
Αλλά δεν είναι η μοναδική κατηγορία που προσάπτουν η Κουμουνδούρου και άλλοι βουλευτές στον πρωθυπουργό. Οπως υποστηρίζουν, «ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης ήλεγχε πλήρως τη ροή του χρήματος είτε κρατικού είτε ευρωπαϊκού και συνεπώς την πορεία όλων των επενδυτικών προγραμμάτων. Ως εκ τούτου και με βάση τα προαναφερθέντα για τις συμβατικές σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου με την Hellenic Train (πρώην ΤΡΑΙΝΟΣΕ), θα πρέπει να διερευνηθεί αν ο Πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης τέλεσε ως ηθικός αυτουργός το αδίκημα της κακουργηματικής απιστίας σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου, εκ της οποίας η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) € (άρθρο 390 § 2 Π.Κ.), στο πλαίσιο υλοποίησης μνημονίου συνεργασίας με την Hellenic Train (πρώην ΤΡΑΙΝΟΣΕ)…».
Ξεχωριστό κεφάλαιο των πρωθυπουργικών ευθυνών αποτελεί, φυσικά, η ιστορία του μπαζώματος, που χρήζει διερεύνησης επειδή παρεμπόδισε «τις εν εξελίξει έρευνες στο πεδίο του δυστυχήματος».
Δεν μερίμνησε
Ενώ για τις ευθύνες του Κώστα Αχ. Καραμανλή οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και οι άλλοι επτά ανεξάρτητοι βουλευτές σημειώνουν: «Ο Κ. Καραμανλής, αν και γνώριζε ότι το τοπικό σύστημα τηλεδιοίκησης στη Λάρισα είχε τεθεί εκτός λειτουργίας, δεν προέβη σε οιαδήποτε ενέργεια ή παρέμβαση, καίτοι όφειλε εκ της θέσεώς του, για την αποκατάσταση της κομβικής σημασίας ζημίας αυτής. Ούτε βέβαια μερίμνησε για την επαναλειτουργία του δευτεροβάθμιου οργάνου ελέγχου και ρύθμισης της κυκλοφορίας στην οδό Καρόλου (Αθήνα), που έπαυσε από το 2020 και που ήταν απολύτως αναγκαία για την ασφάλεια των συγκοινωνιών. Παράλληλα αν και γνώριζε ότι δεν λειτουργούσε κανένα σύγχρονο αυτοματοποιημένο σύστημα ασφαλείας και ότι τα τρένα κινούνταν σε ένα τυφλό δίκτυο, δεν μερίμνησε ως όφειλε για την υλοποίηση και ενεργοποίηση συστημάτων ασφαλείας και κάθε άλλου αναγκαίου και πρόσφορου μέσου για την ασφάλεια των συγκοινωνιών».
Τούτων δοθέντων, «η διαρκής και με πλήρη επίγνωση των ολέθριων επακόλουθων στα ύψιστης σημασίας έννομα αγαθά της ανθρώπινης ζωής και σωματικής ακεραιότητας κινδυνώδης δράση στις συγκοινωνίες εξ ορισμού αποκλείει κάθε επίπεδο αμέλειας. Συνεπώς, το περαιτέρω βλαπτικό αποτέλεσμα του θανάτου ή των σωματικών βλαβών αποκλείεται να αποδοθεί σε αμέλεια, ακόμη και ενσυνείδητη», εκτιμούν οι υπογράφοντες βουλευτές.
Ταυτοχρόνως, στην ίδια πρόταση στοιχειοθετείται η προβληματική κατάσταση των σιδηροδρόμων, γενικώς αλλά και το μοιραίο βράδυ, με την επίκληση των εξής παραγόντων: Υποστελέχωση του ΟΣΕ. Μη σύννομος διορισμός σταθμάρχη. Κατάργηση του δευτεροβάθμιου οργάνου ελέγχου από το 2020. Εκτός λειτουργίας η τοπική τηλεδιοίκηση στη Λάρισα κ.ά.
Πρόταση συγγενών
Πάνω στο τραπέζι, την ίδια ώρα, βρίσκεται η πρόταση του Συλλόγου Συγγενών, πρωτοστατούσης της Μαρίας Καρυστιανού. Σε αναζήτηση των 30 υπογραφών –στα κοινοβουλευτικά γραφεία ακούγεται πως συνυπογράφουν βουλευτές ευρέος πολιτικού φάσματος…– ο Σύλλογος καλεί «τους Βουλευτές, ανεξαρτήτως κόμματος και πολιτικής τοποθέτησης, να στηρίξουν την παραπάνω Πρότασή μας υπερψηφίζοντάς την, ως οφείλουν, ώστε να επιτευχθεί η προάσπιση του Κράτους Δίκαιου και της Δημοκρατίας, η αποκατάσταση της Δικαιοσύνης και η Κοινωνική Ειρήνη, οι οποίες έχουν διασαλευτεί μέσω του πλήθους των ποινικά ερευνητέων πράξεων και παραλείψεων που οδήγησαν στο έγκλημα των Τεμπών και στη μετέπειτα συγκάλυψή του».
Το πιο σκληρό σημείο της συγκεκριμένης πρότασης είναι αυτό της εσχάτης προδοσίας (κατηγορία που είχε διατυπωθεί και από το Κίνημα Δημοκρατίας τις προάλλες). Οπως αναφέρεται στην πρόταση, πρέπει να ερευνηθεί το αδίκημα της εσχάτης προδοσίας, όπως σχετίζεται με την παραβίαση «της αρχής της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης». Αναφορά που συνδέεται, κατά την επιχειρηματολογία του Συλλόγου, με την «παρέμβαση του Πρωθυπουργού, η οποία οδήγησε επαγωγικά στην αντικατάσταση της αρχικής Ανακρίτριας (φυσικού δικαστή), κυρίας Σούρλα, από τον νυν μοναδικό επιληφθέντα ανακριτή της τραγωδίας των Τεμπών, κύριο Σωτήριο Μπακαΐμη, παρέμβαση η οποία στηλιτεύθηκε και με ανακοίνωση της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων».
