Την ανάγκη να τερματιστούν οι πολιτικές λιτότητας που οδήγησαν την Ευρώπη στην κρίση, αλλά και τη διάψευση των προεκλογικών προσδοκιών που είχε καλλιεργήσει η Νέα Δημοκρατία σε σειρά από ζητήματα, υπογράμμισε ο Αλέξης Τσίπρας σε συνέντευξη στη Figar στο πλαίσιο του ταξιδιού του στο Παρίσι, ως προσκεκλημένος του πρώην πρωθυπουργού της Ιταλίας και πρύτανη του Πανεπιστημίου Sciences Po, Ενρίκο Λέτα.
Ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση «οφείλει τα περιθώρια που έχει στην αποτελεσματική οικονομική πολιτική της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ» και πως παρέδωσε τη χώρα με οικονομία «σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης και άνοδο του ΑΕΠ στο 2%», ρύθμιση του χρέους και μαξιλάρι 37 δισ. ευρώ με ταυτόχρονη «δημοσιονομική υπεραπόδοση, άνοδο των επενδύσεων, των εξαγωγών και της ιδιωτικής κατανάλωσης, αύξηση του κατώτατου μισθού και μείωση της ανεργίας κατά δέκα ποσοστιαίες μονάδες, από 26,5% το 2014 στο 16,9% τον Ιούλιο του 2019».
Επίσης, επέκρινε την κυβέρνηση ότι αξιοποιεί το δημοσιονομικό περιθώριο «προς όφελος μιας μικρής επιχειρηματικής ελίτ, των μεγάλων επιχειρήσεων των πολύ υψηλών εισοδημάτων, που είναι τα πολιτικά και κοινωνικά στηρίγματά της, σε βάρος της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας των χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων».
Ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ τόνισε πως η Ν.Δ. «αποδεικνύει ότι χρησιμοποίησε τη μεσαία τάξη προεκλογικά ως σημαία ευκαιρίας», σημειώνει ότι «το πολιτικό ζήτημα είναι υπέρ ποιων κοινωνικών στρωμάτων αξιοποιείται το δημοσιονομικό περιθώριο», και προσθέτει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να εγκαταλείπει τα χαμηλά στρώματα, είχε επεξεργαστεί και ανακοινώσει για το 2020 συγκεκριμένα μέτρα που θα μείωναν σημαντικά το φορολογικό βάρος της μεσαίας τάξης και «θα βελτίωναν το βιοτικό επίπεδό της, σε αντίθεση με τη σημερινή κυβέρνηση που επιβαρύνει με πολλούς τρόπους την καθημερινότητά της».
Σχετικά με το εκλογικό αποτέλεσμα του Ιουλίου, ο κ. Τσίπρας, ανέφερε ότι «βγάλαμε την Ελλάδα από τον οκταετή φαύλο κύκλο των Μνημονίων και δώσαμε τέλος στην κρίση», όμως υπήρχε συσσωρευμένη κόπωση του ελληνικού λαού από την πολυετή λιτότητα, κόπωση που «συχνά κάνει τα αυτιά πολλών ευήκοα στην ψηφοθηρική δημαγωγία και το δεξιό λαϊκισμό».
Επ’ αυτού κατηγόρησε τη Ν.Δ. για την προεκλογική στάση της σε προσφυγικό, Συμφωνία των Πρεσπών και μεσαία τάξη, για να σημειώσει πως «η ΝΔ ως κυβέρνηση διαψεύδει με μεγάλη ταχύτητα όλες τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει, αποδεικνύοντας, έτσι, τη χωρίς ηθικό φραγμό δημαγωγία της και εμπαιγμό των πολιτών ως αντιπολίτευση».
Όταν ρωτήθηκε για τη διαπραγμάτευση του ‘15 απάντησε, μεταξύ άλλων, ότι «πράξαμε το καλύτερο που ήταν εφικτό για τη χώρα μου και τον ελληνικό λαό, απέναντι σε μια τεχνοκρατική, πολλές φορές κυνική και ιδεοληπτικά νεοφιλελεύθερη Ευρώπη». «Η μη διαπραγμάτευση των προηγούμενων κυβερνήσεων δεν είχε κόστος μόνον για τους δανειστές», όμως «για τη χώρα και τον λαό είχε, δυστυχώς, βαρύτατο κόστος: δύο Μνημόνια, που ισοπέδωσαν και οδήγησαν στην φτωχοποίηση την κοινωνική πλειοψηφία των χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων» σχόλιασε.
Και πρόσθεσε ότι η διαπραγμάτευση πέτυχε μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους που απέφευγαν έως τότε οι δανειστές και η συμφωνία μείωνε τα πρωτογενή πλεονάσματα «σε σχέση με τις δεσμεύσεις της προηγούμενης κυβέρνησης» και, άρα, μείωνε του συνολικού κόστους της δημοσιονομικής προσαρμογής, προέβλεπε διάθεση κονδυλίων για την ανάπτυξη, απέτρεπε οποιαδήποτε μείωση στις αποδοχές των εργαζομένων, διατηρούσε σε ισχύ το νόμο του ΣΥΡΙΖΑ για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και επανέφερε σε ισχύ το θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων που είχαν καταργήσει οι δανειστές.
Τέλος, ερωτηθείς αν έχει δει την ταινία του Κ. Γαβρά, απαντά ότι την παρακολούθησε, για να σημειώσει: «δώσαμε έναν άνισο αγώνα και είναι σαφές ότι η ταινία αντανακλά αυτήν την προσπάθεια». Προσθέτει ότι το βιβλίο πάνω στο οποίο βασίζεται η ταινία μόνο κατά το ένα τρίτο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ότι «όλη αυτή η προσπάθεια του πρώτου εξαμήνου στη διακυβέρνηση, αντανακλούσε τους συλλογικούς πόθους και αγώνες ενός ολόκληρου λαού». Και καταλήγει: «στην ανάλυση της αριστεράς την ιστορία τη γράφουν οι λαοί και όχι δήθεν αδικημένοι σουπερ ήρωες».
