ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Μπασκάκης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ελπίζοντας αυτή τη φορά να είναι ο ίδιος ο πρωταγωνιστής για την παράταξή του στην αντιπαράθεση με την κυβέρνηση στη Βουλή αντί για τον Αντώνη Σαμαρά που ήταν κατά την πρόταση δυσπιστίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιλέγει να διατηρήσει και στα θέματα της οικονομίας την ίδια σκληρή στάση που είχε στο Μακεδονικό.

Ετσι, ακολουθώντας κατά πόδας την ατζέντα της κυβέρνησης, στρέφεται πλέον στο οικονομικό πεδίο, καταθέτοντας χθες, όπως είχε προαναγγείλει, αίτημα για διεξαγωγή σχετικής προ ημερησίας διατάξεως συζήτησης στο Κοινοβούλιο. Στόχος του είναι, μην αναγνωρίζοντας κανένα θετικό στη συμφωνία με τους δανειστές, να αμφισβητήσει κάθε επιτυχία της κυβέρνησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, στο αίτημά του προς τον πρόεδρο της Βουλής, Νίκο Βούτση, ο κ. Μητσοτάκης εξαπολύει επίθεση στην κυβέρνηση, χαρακτηρίζοντας την παραμονή της στην εξουσία «ιδιαίτερα επιζήμια για τους Ελληνες».

Μιλά για άλλη μια φορά για «τέταρτο μνημόνιο» και λέει ότι ο Αλ. Τσίπρας «οφείλει να ενημερώσει υπεύθυνα τους πολίτες για τις νέες περικοπές που έρχονται σε λίγους μήνες σε συντάξεις, επιδόματα, μισθούς, αφορολόγητο. Για τα επιπλέον μέτρα ύψους 5,1 δισ. ευρώ».

«Πενιχρή συμφωνία»

Αλλά και τη συμφωνία για το χρέος τη χαρακτηρίζει «πενιχρή ρύθμιση», λέγοντας ότι «απέχει πολύ όχι μόνο από τις προσδοκίες που ο ίδιος (ο Αλ. Τσίπρας) είχε καλλιεργήσει, αλλά και από τις δεσμεύσεις που είχε εξασφαλίσει η Ελλάδα από τους εταίρους της από το 2012».

Κι έπειτα, μιλώντας στο δελτίο του ΣΚΑΪ, ο πρόεδρος της Ν.Δ. ρωτήθηκε από τη Σία Κοσιώνη αν ο ίδιος, εφόσον γίνει πρωθυπουργός, θα επαναδιαπραγματευτεί το θέμα του αφορολόγητου και των συντάξεων και απάντησε αρνητικά, λέγοντας ότι είναι μέτρα που δεσμεύουν τη χώρα, προσθέτοντας ότι «μπορούμε μόνο να απαλύνουμε τις δεσμεύσεις». Κατά τ’ άλλα, υποσχέθηκε για άλλη μια φορά δουλειές, επενδύσεις και υπερφιλόδοξους στόχους για την ανάπτυξη, λέγοντας ότι θα προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις, στις οποίες και δεν επεκτάθηκε.

Αναφορικά με το Μακεδονικό, όπου τις τελευταίες μέρες ο κ. Μητσοτάκης έχει δεχτεί την πίεση των αποκαλυπτικών δημοσιευμάτων της γερμανικής «Frankfurter Allgemeine Zeitung», που του καταλογίζει διπλή γλώσσα στο εσωτερικό της χώρας και το εξωτερικό, υποχρεώθηκε να δηλώσει ότι δεν θα κυρώσει τη συμφωνία, ακόμα και εάν δεν έχει κυρωθεί από τη Βουλή, εφόσον γίνει πρωθυπουργός.

Ενώ είπε ακόμα ότι, στην περίπτωση που έχει ήδη κυρωθεί από τη Βουλή, δεν έχει περιθώριο ελιγμών.

Και παρέμεινε οχυρωμένος πίσω από το θέμα της γλώσσας και της εθνότητας που η Ν.Δ. χρησιμοποιεί ως έξοδο διαφυγής από τις εσωτερικές της αντιθέσεις στο ζήτημα της σύνθετης ονομασίας.

Και για να προσπεράσει τον διαχωρισμό από την αρχαία Μακεδονία, που γίνεται στη συμφωνία, ισχυρίστηκε ότι η γλώσσα και η ταυτότητα υποκρύπτουν «αλυτρωτισμό του 19ου αιώνα» και βλέψεις για… «μεγάλη Μακεδονία».

Παράλληλα, δήλωσε ότι δεν περίμενε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να πράξει κάτι παραπάνω σε σχέση με το θέμα της συμφωνίας για το ονοματολογικό, λέγοντας ότι δεν έχει τέτοιες θεσμικές αρμοδιότητες, «αδειάζοντας» έτσι και τον Αντώνη Σαμαρά που είχε εξαπολύσει ανοίκεια επίθεση κατά του Προκόπη Παυλόπουλου, μιλώντας για «ανιστόρητη σύμπλευση του Προέδρου της Δημοκρατίας με τον κ. Τσίπρα».

Τέλος, ο πρόεδρος της Ν.Δ. ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, δεν θα ψήφιζε σήμερα αυτή τη συμφωνία.

Η προσπάθεια του προέδρου της Ν.Δ. να δικαιολογήσει το σημερινό φλερτ του με τα συλλαλητήρια και την ουσιαστική προσχώρησή του στη σκληρή γραμμή του κ. Σαμαρά είναι εμφανής.

Απάντηση ΣΥΡΙΖΑ

«Η πραγματικότητα τον έχει ξεπεράσει τον κ. Μητσοτάκη. Καλό για τη χώρα και τους πολίτες, κακό για τον ίδιο», σχολίασε ο ΣΥΡΙΖΑ, προσθέτοντας ότι «επανέλαβε για πολλοστή φορά τα περί τέταρτου μνημονίου, σαν να μην υπήρξε απόφαση του Eurogroup για το τέλος των μνημονίων και το χρέος», καθώς και ότι «έκανε πάλι την ηχώ του κ. Σαμαρά και της ακροδεξιάς πτέρυγας του κόμματός του για τη συμφωνία με την ΠΓΔΜ», καταλήγοντας ότι «τελικά δεν κατόρθωσε να κρύψει την απόλυτη ένδεια επιχειρημάτων για το παρόν και προτάσεων για το μέλλον της χώρας. Ας περιμένει τις εκλογές. Ως τότε, θα έχει ακόμα πολλές ευκαιρίες να εκτίθεται».