Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τις αποκαλύψεις του Αλέξη Τσίπρα στη Βουλή, αναφορικά με τον ρόλο που έπαιξε ο επιχειρηματίας Γιάννης Σφακιανάκης στη σκανδαλολογία γύρω από τη συμφωνία της Ελλάδας με τη Σαουδική Αραβία για την πώληση βλημάτων, θέτει στο προσκήνιο η κυβέρνηση, απευθύνοντας ερωτήματα προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη για τις σχέσεις του με τον επιχειρηματία. Η συζήτηση στη Βουλή, βέβαια, δεν έκαμψε τον Κυριάκο Μητσοτάκη, που επανέλαβε την επιχειρηματολογία του σε σύσκεψη που είχε με τους τομεάρχες της Ν.Δ.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος με δήλωσή του κατέδειξε ουσιαστικά την πρόθεση του Μαξίμου να κρατήσει ψηλά στην ατζέντα το όλο θέμα, ιδιαίτερα όσο ο πρόεδρος της Ν.Δ. δεν τοποθετείται επί του ζητήματος.

Ο Δημήτρης Τζανακόπουλος υποστήριξε ότι στη Βουλή «κατέρρευσε η γραφική σκευωρία την οποία προσπάθησε να ενορχηστρώσει η Ν.Δ. καθοδηγούμενη από συγκεκριμένα επιχειρηματικά και εκδοτικά συμφέροντα», σημείωσε ότι «ο κ. Μητσοτάκης επιχείρησε να εμφανιστεί ως κατήγορος και για άλλη μία φορά κατέληξε κατηγορούμενος» και επανέλαβε ότι στην όλη υπόθεση «η επιχειρηματολογία της Ν.Δ. είχε βασιστεί στις πληροφορίες που διοχέτευε στις ελληνικές αρχές ένας επίδοξος μεσάζοντας, ο μοναδικός μεσάζοντας σε αυτή την υπόθεση, ο κύριος Γιάννης Σφακιανάκης. Και όχι φυσικά η κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας, όπως ψευδώς ισχυρίζεται η αξιωματική αντιπολίτευση».

«Ο κ. Μητσοτάκης προσωπικά οφείλει να απαντήσει ποια η σχέση του κυρίου Σφακιανάκη τόσο με τον ίδιο όσο και με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της συζύγου του. Αυτό είναι και το μοναδικό ερώτημα που έμεινε αναπάντητο κατά τη χθεσινή συζήτηση», κατέληξε ο Δημήτρης Τζανακόπουλος.

Το κυβερνητικό περιβάλλον θεωρεί ότι η Ν.Δ. «απέτυχε στον βασικό στόχο της, που δεν ήταν άλλος από το να δημιουργηθεί η εντύπωση πως η κυβέρνηση συμμετείχε σε σκάνδαλο, μήπως και απομακρυνθεί η συζήτηση από τα πραγματικά σκάνδαλα των Paradise Papers, της Siemens, του ΚΕΕΛΠΝΟ κ.ά.».

Κυβερνητικές πηγές εστιάζουν γι’ αυτό σε τρία σημεία από την πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή:

Ο Βασίλης Παπαδόπουλος, λένε, ήταν τελικά ο επίσημος πληρεξούσιος της Σαουδικής Αραβίας για την υπογραφή της διακρατικής συμφωνίας με την Ελλάδα.

Αποδείχτηκε έτσι, συνεχίζουν, ότι δεν υπήρχε μεσολάβηση τρίτων, καθώς οι διακρατικές συμφωνίες προβλέπουν την κατάθεση χρημάτων από κρατικό λογαριασμό σε κρατικό λογαριασμό.

Ο πληρεξούσιος της Σαουδικής Αραβίας, Βασίλης Παπαδόπουλος, δεν είχε τελικά ποτέ σχέσεις με τη σημερινή ελληνική κυβέρνηση, ούτε με τον Αλέξη Τσίπρα, αλλά με την οικογένεια Μητσοτάκη, όπως έλεγαν οι ίδιες πηγές. Ανέφεραν ότι ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας είχε ταξιδέψει στη Μόσχα το 1991, στο πλαίσιο επίσημης επιχειρηματικής αποστολής στη Ρωσία, συνοδεύοντας τον τότε πρωθυπουργό, Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Ο Βασίλης Παπαδόπουλος, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, εισέπραξε 67 εκατ. δολάρια από την τότε κυβέρνηση για εξαγωγές στη Ρωσία.

Στο κυβερνητικό στρατόπεδο θεωρούν ιδιαίτερα κομβική την αποκάλυψη πως ο Ελληνας πρέσβης στο Ριάντ δεν μετέφερε την επίσημη θέση της Σαουδικής Αραβίας, αλλά τη θέση ενός Ελληνα επίδοξου ενδιάμεσου, του Γιάννη Σφακιανάκη, που επιζητούσε να αναλάβει εκείνος τον ρόλο του μεσάζοντα στη διαπραγμάτευση ανάμεσα στη σαουδαραβική και την ελληνική πλευρά.

«Τελικά γιατί η Ν.Δ. έκανε όλη αυτή τη φασαρία;», είναι το ερώτημα που θέτουν στελέχη του Μαξίμου και ζητούν από τη Ν.Δ. να αποσαφηνίσει τους ισχυρισμούς της. «Θεωρεί ότι υπήρξε σκάνδαλο μίζας σε μια διακρατική συμφωνία ή μας κατηγορεί ότι τελικά η συμφωνία δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί;», λένε οι ίδιες πηγές, παραπέμποντας στα όσα διαφορετικά είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στις δύο ομιλίες του στη Βουλή.

Από την άλλη μεριά, ο πρόεδρος της Ν.Δ. υποστήριξε ότι ο Αλέξης Τσίπρας ήταν «εξαιρετικά αγχωμένος», πως ταυτίστηκε «πλήρως με έναν απαξιωμένο υπουργό» και πως πλέον αποδεικνύεται «πρωθυπουργός των μεσαζόντων». Τσίπρας και Καμμένος, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ν.Δ., «είναι σφιχταγκαλιασμένοι σε ένα σπιράλ τοξικότητας» και «οι δύο ίδιες όψεις του ιδίου απαξιωμένου νομίσματος».

«Φύγαμε με βεβαιότητες. Ρωτήσαμε και δεν πήραμε καμία απάντηση», συμπλήρωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, επαναλαμβάνοντας το ερώτημα «γιατί μπήκε μεσάζοντας σε μια διακρατική συμφωνία, όταν αυτό απαγορεύεται ρητά από τον νόμο», «για ποιο λόγο ο συγκεκριμένος μεσάζοντας μπαινόβγαινε στο υπουργείο», «για ποιο λόγο ο υπουργός, αλλά εμμέσως και ο πρωθυπουργός απαξίωσαν υπηρεσιακούς παράγοντες για χάρη ενός μεσάζοντα» και εάν «υπάρχει συμφωνία. Και αν υπάρχει πού είναι τα λεφτά;».