Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την τακτική του μαστίγιου, χωρίς το καρότο, φαίνεται πως επιλέγει απέναντι στην κυβέρνηση ο Κυρ. Μητσοτάκης, έως ότου επιτύχει τον στόχο του που δεν είναι άλλος από τη διενέργεια πρόωρων εκλογών.

Και ώς τότε θα επιχειρήσει να συσπειρώσει το κόμμα και να προσελκύσει τη μεγαλύτερη δυνατή μερίδα από τα λεγόμενα μεσαία και κατώτερα κοινωνικά στρώματα ώστε να πετύχει την πολυπόθητη για τον ίδιο και τους επιτελείς του αυτοδυναμία.

Η ανάλυση που κάνουν στο επιτελείο του αρχηγού της Ν.Δ. μετά το τελευταίο Γιούρογκρουπ, όπου φάνηκε να μπήκαν οι βάσεις για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, είναι πως σε καμία περίπτωση η Ν.Δ. δεν θα πρέπει να ψηφίσει ούτε τα νέα μέτρα, το ύψος των οποίων αποτιμούν σε 3,6 δισ. ευρώ, ούτε βεβαίως και τα αντίμετρα.

Ο λόγος; Θεωρούν ότι η Ν.Δ., παρότι θα είναι η ίδια που θα κληθεί να τα εφαρμόσει και άρα να πληρώσει τον λογαριασμό, θα πρέπει έως τις εκλογές να πείσει τους ψηφοφόρους ότι δεν είναι η υπαίτια καθώς δεν είχε καμία συμμετοχή ούτε στη λήψη των αποφάσεων ούτε στην, προς επίτευξη αυτή τη στιγμή, συμφωνία με τους δανειστές.

Στόχος της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι να καταστεί σαφές πως είναι ο Αλέξης Τσίπρας προσωπικά και το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και των ΑΝ.ΕΛΛ. -από τους οποίους θέλουν και ελπίζουν να πάρουν ψηφοφόρους- που έχουν την αποκλειστική ευθύνη.

«Συμφωνία αλήθειας»

Για την επίτευξη αυτού του στόχου ο Κυρ. Μητσοτάκης και τα στελέχη του κόμματος θα προβάλλουν εφεξής όλο και συχνότερα τη «συμφωνία αλήθειας», επιχειρώντας να αναδείξουν τα «ψέματα του Αλέξη Τσίπρα και των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛΛ.».

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρουν ήδη πως «12 δισ. παροχές έταζε προεκλογικά ο κ. Τσίπρας και τελικά επέβαλλε 12,5 δισ. ευρώ νέα μέτρα». Στην ατζέντα τους θέματα πρώτης αιχμής θα είναι εκείνα της ασφάλειας, αλλά και της παιδείας και της υγείας, ενώ οι πολυπόθητες επενδύσεις θα κατέχουν δεσπόζουσα θέση επίσης.

Η δημοσκόπηση του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, που παρουσιάστηκε την περασμένη εβδομάδα, και κυρίως το πώς διαβάζουν τα ποιοτικά της στοιχεία έδωσε αέρα στα πανιά του Κυρ. Μητσοτάκη, παρότι η αυτοδυναμία δεν δείχνει να επιτυγχάνεται.

Βλέπουν, ωστόσο, ότι στο σύνολο των δημοσκοπήσεων η διαφορά υπέρ της Νέας Δημοκρατίας είναι σε διψήφια ποσοστά και έχει φτάσει, στην τελευταία, μέχρι και τις 17,5 μονάδες και ότι μεταξύ των αναποφάσιστων ψηφοφόρων τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ είναι εξαιρετικά αρνητικά, κάτι που δείχνει ότι δεν μπορεί να περιμένει πολλά από αυτή τη δεξαμενή.

Συν και πλην

Στα θετικά για τη Ν.Δ. στοιχεία της ίδιας δημοσκόπησης είναι πως ο βαθμός ικανοποίησης από το έργο της κυβέρνησης είναι συντριπτικά χαμηλός, μόλις στο 3,5%, ενώ πολύ μεγάλο ποσοστό των ερωτηθέντων (73%) θεωρεί ότι τον Τσίπρα τον ενδιαφέρει μόνο το πώς θα μείνει στην εξουσία.

Το αρνητικό για τους ίδιους, πάντως, είναι η εκτίμηση που έχουν ότι, εκτός απροόπτου, εκλογές δεν πρόκειται να γίνουν το νωρίτερο πριν από την άνοιξη και το αργότερο το φθινόπωρο του 2018.

Κι αυτό γιατί εκτιμούν ότι ο πρωθυπουργός θα «εξαντλήσει όσο μπορεί τον χρόνο που κάθεται στην καρέκλα του και δεν θα θελήσει να πάρει το πολιτικό κόστος της εφαρμογής των μέτρων που ο ίδιος συμφώνησε και είναι έτοιμος να υπογράψει».

Και βλέπουν από τώρα ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα επιχειρήσει το 2020 να ρίξει την κυβέρνηση της Ν.Δ. επ’ αφορμή της εκλογής τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, που ακόμη συνδέεται, βάσει του Συντάγματος, άρρηκτα με τις εκλογές.

Πιστεύουν επίσης ότι ώς τις εκλογές δεν θα υπάρξει καμία ρύθμιση για το χρέος. Οι τελευταίες δηλώσεις Σουλτς, ο οποίος συντάχθηκε ουσιαστικά με Μέρκελ και Σόιμπλε για το ελληνικό ζήτημα, παγίωσαν την πεποίθηση της Ν.Δ. ότι τίποτα δεν θα αλλάξει στη γερμανική πολιτική, ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων στις εκλογές του Οκτωβρίου στη Γερμανία.

Αλλά το ΔΝΤ, που επιμένει στη ρύθμιση του χρέους χαρακτηρίζοντάς το μη βιώσιμο, είναι αστάθμητος παράγοντας για τη Ν.Δ.

Το ερώτημα για την αξιωματική αντιπολίτευση είναι αν και κατά πόσο θα καταφέρει να επιβάλει την άποψή του στη Γερμανία, δεδομένου ότι η χώρα της Μέρκελ επιθυμεί την ενεργό συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα.

Εως ότου ξεκαθαρίσει πάντως εντελώς το τοπίο, θα επικαλούνται «το τεράστιο στρατηγικό αδιέξοδο της κυβέρνησης, η οποία καλείται να διαχειριστεί δύσκολα ζητήματα και να λάβει σημαντικές αποφάσεις την ώρα που φαίνεται να έχει απολέσει πλήρως την εμπιστοσύνη των πολιτών».