Χαιρετισμός-εισήγηση του προέδρου της Βουλής των Ελλήνων και προέδρου του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Νικόλαου Βούτση, στο συνέδριο με θέμα «Κοινωνική και πολιτική εκπροσώπηση. Προκλήσεις και προοπτικές στη Δημοκρατία τον 21ο αιώνα».
16 Δεκεμβρίου 2016
Αμφιθέατρο Μουσείου Ακρόπολης
Αγαπητές και αγαπητοί σύνεδροι,
Κατ’ αρχάς θα ήθελα να συγχαρώ το Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, καθώς και τους συμμετέχοντες για τη διοργάνωση του παρόντος συνεδρίου με θέμα την πολιτική και την κοινωνική εκπροσώπηση στη δημοκρατία του 21ου αιώνα.
Μολονότι οι πολλαπλές εκφάνσεις και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δημοκρατικού πολιτεύματος έχουν αναλυθεί διεξοδικά στο παρελθόν, οι προκλήσεις που ανακύπτουν από το διαρκώς μεταβαλλόμενο πολιτικό τοπίο δημιουργούν την ανάγκη συνεχούς αναστοχασμού επάνω στο θέμα.
Στις μέρες μας λοιπόν και για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλο βαθμό μετά το τέλος του καταστροφικού Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η δημοκρατία διανύει μια περίοδο γενικευμένης κρίσης. Συγκεκριμένα, τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε διεθνές επίπεδο, οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις έχουν οδηγήσει στην αμφισβήτηση του ίδιου του πολιτεύματος.
Ενώ εξακολουθεί να απολαμβάνει τη σχεδόν οικουμενική αποδοχή ως πολιτειακό σύστημα, υπάρχει διάχυτη την ίδια στιγμή μια γενικευμένη εντύπωση αδυναμίας της δημοκρατίας να αντεπεξέλθει στις νέες προκλήσεις.
Την τελευταία δεκαετία, η αίσθηση εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους κρατικούς και ευρωπαϊκούς θεσμούς μειώνεται, προκαλώντας είτε αισθήματα αδιαφορίας είτε αρνητικούς συνειρμούς.
Η στροφή μερίδας πολιτών προς ακραία συντηρητικούς και ακροδεξιούς πολιτικούς σχηματισμούς, φαινόμενο που δεν διαφαίνεται μονάχα στα αποτελέσματα των εκλογικών αναμετρήσεων των τελευταίων ετών αλλά σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής, πιστοποιεί τα παραπάνω.
Ειδικότερα μιλώντας για τη χώρα μας, οι συνέπειες του καθεστώτος επιτροπείας ως προς τη λειτουργία του πολιτεύματος είναι πια παραπάνω από ορατές: Η χάραξη πολιτικής και η λήψη αποφάσεων που αφορούν τη δημόσια διοίκηση εξαρτώνται πια αποφασιστικά από υπερεθνικούς οργανισμούς.
Ως συνέπεια αυτού επηρεάζεται σημαντικά η δυνατότητα νομοθέτησης προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος, γεγονός που δημιουργεί το ερώτημα για το αν τελικά η παραγωγή πολιτικής εξακολουθεί να πηγάζει από τους δημοκρατικούς θεσμούς και τη λαϊκή κυριαρχία μέσω αντιπροσωπευτικών διαδρομών.
Επιπλέον, στην αποδυνάμωση της νομοθετικής εξουσίας συντέλεσε και η διοίκηση μέσω Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου, πρακτική που εγκαθιδρύθηκε στο παρελθόν, δημιουργώντας μια οιονεί έκτακτη και επείγουσα νομοθετική λειτουργία η οποία δεν συνάδει πάντα με αντικειμενική τεκμηρίωση.
Η θεσμική αυτή κρίση συνέβαλε και στη διάβρωση της ήδη τραυματισμένης σχέσης πολίτη-κράτους: Η κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στους θεσμούς προϋπήρχε, καθώς η ταχύτατη οικονομική και κοινωνική εξέλιξη των τελευταίων δεκαετιών δεν υποστηρίχθηκε από έναν διοικητικό εξορθολογισμό, αφήνοντας έτσι περιθώρια για την εγκαθίδρυση ενός συστήματος γνωριμιών.
Οι γενικευμένες αντιδράσεις των πολιτών κατά τη μνημονιακή περίοδο, που προκλήθηκαν από τις πολιτικές ακραίας λιτότητας και περικοπών, αντιμετωπίστηκαν με δυσανάλογες μεθόδους καταστολής, βαθαίνοντας έτσι το χάσμα μεταξύ θεσμικής εξουσίας και κοινωνίας.
Ως αποτέλεσμα των παραπάνω εντάθηκε η αποστασιοποίηση των ψηφοφόρων από τα τρέχοντα ζητήματα της κεντρικής πολιτικής σκηνής, οδηγώντας είτε σε αδιαφορία, είτε στην οργάνωση εξωθεσμικών πολιτικών σχηματισμών αρνητικών και πολέμιων των δημοκρατικών θεσμών και άκριτα επιθετικών προς κάθε τι που σχετίζεται με την πολιτική και τους πολιτικούς.
Προκειμένου να εμβαθύνουμε στα ποιοτικά χαρακτηριστικά των κλυδωνισμών της εγχώριας πολιτικής σκηνής είναι αναγκαίο να αναλογιστούμε την Ελλάδα σαν ένα οργανικό κομμάτι του συνόλου των χωρών που απαρτίζουν την πολιτική και οικονομική ένωση στην οποία η χώρα ανήκει, την Ε.Ε., ιδιαιτέρως αφ’ ης στιγμής η τελευταία διανύει μια πρωτοφανή κρίση πολιτικής νομιμοποίησης.
Οι πολιτικές επιλογές των Ευρωπαίων πολιτών καταδεικνύουν τη ροπή σε πολιτικά πρόσωπα και σχηματισμούς που χρησιμοποιούν κατεξοχήν απλοϊκή και αφοριστική λαϊκίστική επιχειρηματολογία.
Η διεξαγωγή δημοψηφισμάτων σε κράτη-μέλη της Ε.Ε. με κορυφαίο το βρετανικό, που αποτελεί την πρώτη σαφή λαϊκή εντολή εξόδου από την Ενωση, δεν είναι μονάχα ενδείξεις της δυναμικής του ευρωσκεπτικισμού, αλλά είναι και ένα σαφές μήνυμα για την ανάγκη επαναδιαπραγμάτευσης δομικών ζητημάτων του ευρωπαϊκού οικοδομήματος που αφορούν τόσο την αντιπροσώπευση όσο και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων.
Τα αποτελέσματα των εκλογικών αναμετρήσεων σε Γαλλία και Γερμανία το 2017 θα παίξουν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση νέων πολιτικών ισορροπιών και στην ανάληψη ή μη πρωτοβουλιών.
Για να μπορέσουμε λοιπόν να κατανοήσουμε τα αίτια αυτής της κρίσης χρειάζεται να θέσουμε ερωτήματα που να αφορούν τόσο το περιεχόμενο των χαρακτηριστικών του ίδιου του δημοκρατικού πολιτεύματος, όσο και τον μετασχηματισμό της σχέσης των πολιτών με τους θεσμικούς πυλώνες του.
Βιώνουμε μια περίοδο όπου το μεταπολεμικό κράτος της κοινωνικής πρόνοιας θα γίνει μακρινή ανάμνηση του παρελθόντος αν δεν επέμβουμε αποφασιστικά, ενώ ο κίνδυνος του απο-δημοκρατισμού του ίδιου του πολιτεύματος της δημοκρατίας προς όφελος της εύρυθμης λειτουργίας του πεδίου οικονομίας είναι εξαιρετικά ορατός.
Η εγνωσμένη ανάγκη αποκατάστασης του πεδίου οικονομίας έχει υπερκεράσει όλους τους τομείς λήψεων πολιτικών αποφάσεων. Οσο η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία δεν αφουγκράζονται τις ανάγκες των πιο αδυνάτων πολιτών τόσο η δημοκρατία θα δυσκολεύεται να βρει τον βηματισμό της και θα κινδυνεύει να μείνει ένα κουφάρι άδειο από ψυχή και ζωή, απαρτιζόμενο μονάχα από ιστούς τυπικότητας.
Καθώς το δημοκρατικό πολίτευμα παραμένει ένα ανεκτίμητο αγαθό, το οποίο όμως απειλείται σημαντικά, είναι αναγκαίο να κρατήσουμε αδιάκοπη τη συζήτηση περί της επικαιροποίησης των προταγμάτων της δημοκρατίας, χωρίς όμως να λησμονούμε τα δομικά συστατικά της.
Ο δήμος, από τον οποίο πήγαζε η εξουσία της λήψης των αποφάσεων, υφίσταται ακόμη και σήμερα σαν ένα πεδίο όπου συντίθενται και συγκρούονται γνώμες, αποτελώντας ταυτοχρόνως ένα πολιτικό σώμα ολοένα διευρυνόμενο στο οποίο προστίθενται νέες κατηγορίες πολιτών που μπορούν και πρέπει να έχουν λόγο στα δημόσια πράγματα.
Η κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση προϋποθέτει τη διαρκή ώσμωση και ανταλλαγή ιδεών, επιθυμιών και στοχοθετήσεων ανάμεσα στους αντιπροσώπους και τους πολίτες.
Διανύοντας μια εποχή που η πολιτική με την οικονομική σφαίρα έχουν όλο και περισσότερα αλληλεπικαλυπτόμενα πεδία δράσης είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε την επικαιρότητα της έννοιας της λαϊκής κυριαρχίας, ότι δηλαδή όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό και ασκούνται προς το συμφέρον του λαού.
Εννοιες σαν και αυτή μπορεί να μοιάζουν χιλιοειπωμένες, ωστόσο αποτελούν θεμελιακό συστατικό του δημοκρατικού πολιτεύματος και διασφαλίζουν την εύρυθμη και δίκαιη λειτουργία του.
Κλείνοντας θα ήθελα να ευχηθώ καλή επιτυχία στις εργασίες του συνεδρίου.
