Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Το αν θα ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση είναι ζήτημα που πρέπει να απασχολεί περισσότερο εμάς εδώ στις Βρυξέλλες παρά εσάς κάτω στην Αθήνα». Η φράση αυτή ανήκει σε στέλεχος της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας και ομολογουμένως προκαλεί έκπληξη εδώ στην Αθήνα. Ο ίδιος αξιωματούχος σπεύδει να προσθέσει ότι «σε όλες τις διαπραγματεύσεις πρέπει να παρακολουθείς και να αναλύεις τα γεγονότα. Ολα τα άλλα είναι απλά εικασίες».

Τα δεδομένα έχουν λοιπόν ως εξής: Η διαδικασία που όλοι επιθυμούν να ακολουθηθεί από το προσεχές Eurogroup μέχρι το τέλος του έτους μοιάζει πολύ με αυτή της συμφωνίας της 24ης Μαΐου.

Οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης αναμένεται να εξετάσουν την πορεία των συζητήσεων που διεξήχθησαν στα τεχνικά κλιμάκια, να αποφασίσουν ποια προαπαιτούμενα θα πρέπει να νομοθετήσει η ελληνική κυβέρνηση (λίγο-πολύ) μέχρι το τέλος του έτους, να οριστικοποιήσουν τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος και να συζητήσουν για τα μεσοπρόθεσμα και τα μακροπρόθεσμα.

Εξετάζοντας ανά πεδίο την κατάσταση, οι συζητήσεις ανάμεσα σε Αθήνα και δανειστές αφορούν τρία πεδία:

  • τα δημοσιονομικά του 2018, όπου οι διαφορές φαίνεται να έχουν ελαχιστοποιηθεί
  • τα εργασιακά, όπου έχουν στηθεί δύο στρατόπεδα, από τη μία πλευρά η κυβέρνηση και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και από την άλλη πλευρά το ΔΝΤ
  • τα ενεργειακά, όπου οι συζητήσεις μεταξύ Ευρωπαίων και υπουργείου Ενέργειας συνεχίζονται αμείωτες.

Οσοι παρακολουθούν τις διαπραγματεύσεις υπενθυμίζουν ότι η ελληνική οικονομία δεν βρίσκεται σε κρίσιμη χρηματοδοτική κατάσταση, κοινώς οι υποχρεώσεις αποπληρωμής δόσεων είναι μικρές σε σχέση με τα επιτευχθέντα έσοδα. Συνυπολογίζοντας όλα αυτά εκτιμούν ότι η δεύτερη αξιολόγηση μπορεί να κλείσει εγκαίρως, ενώ Τσίπρας και Μοσκοβισί συνομολόγησαν χτες ότι η συμφωνία βρίσκεται «πολύ κοντά».

Ο Ευρωπαίος επίτροπος είπε μάλιστα ότι μπορεί να προκύψει συμφωνία στα τεχνικά κλιμάκια πριν από το τέλος της τρέχουσας εβδομάδας. Πώς είναι δυνατόν αυτό, όταν στα εργασιακά υπάρχει άβυσσος και το Βερολίνο αρνείται να συναινέσει σε ελάφρυνση του χρέους;

Μια πρόταση που κερδίζει έδαφος στους πιστωτές προβλέπει τη μετάθεση των αλλαγών στα εργασιακά, ακόμα και για το 2018. Αυτή την άποψη έχουν αρχίσει να διακινούν και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, που «χάνουν την υπομονή τους» με την εμμονή που επιδεικνύει το ΔΝΤ. Τι θα γίνει όμως με το μεγάλο ζήτημα του ελληνικού χρέους; Εκεί τα πράγματα είναι πιο σύνθετα και υπερβαίνουν τα ελληνικά σύνορα.

Η σύγκρουση ανάμεσα σε ΔΝΤ και ευρωπαϊκούς θεσμούς αναμένεται να κορυφωθεί όσο πλησιάζει το τυπικό πέρας της δεύτερης αξιολόγησης, όταν δηλαδή θα πρέπει να αποφασίσει το ΔΝΤ τι θα πράξει με το ελληνικό πρόγραμμα. Το Ταμείο και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί ξεχωριστά πρέπει να καταρτίσουν και από μια «ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους» (το περίφημο «DSA»).

Δεν θα πρέπει να μας εκπλήξει αν Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ΕΚΤ καταλήξουν σε παρεμφερείς προβλέψεις, που θα δικαιολογούν τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% το 2018. Το ΔΝΤ όμως έχει εκφράσει διαφορετική άποψη. Λέει ότι η Ελλάδα πρέπει να λάβει γενναία ελάφρυνση του χρέους και ότι το 3,5% (όχι μόνο για το 2018 αλλά και για τα επόμενα έτη) είναι υπερβολικά υψηλός στόχος.

Γι’ αυτό και θεωρεί ότι είτε πρέπει να μειωθεί ο στόχος είτε να λάβει η Ελλάδα πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα είτε και τα δύο.

Η Αθήνα απορρίπτει τη λήψη πρόσθετων δημοσιονομικών μέτρων. Οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι ο στόχος του 3,5% είναι εφικτός. Και το Βερολίνο δεν θέλει να συζητά για ελάφρυνση του χρέους πέρα από βραχυπρόθεσμα μέτρα. Πού θα καταλήξει όλο αυτό;

Οσοι έχουν παρακολουθήσει τα ελληνικά μνημόνια λένε απλώς ότι «ένα σχήμα που “περπατάει” δεν το αλλάζεις». Με άλλα λόγια, το πιθανότερο είναι το ΔΝΤ να παραμείνει στο πρόγραμμα ως τεχνικός σύμβουλος, απόφαση που θα ικανοποιεί άπαντες. Και με το χρέος;

Η λύση πρέπει να είναι πολιτικά διαχειρίσιμη από όλους. Μια απόσπαση ορισμένων μέτρων από το «πακέτο» των μεσοπρόθεσμων και η μετακίνησή τους στα βραχυπρόθεσμα θα ικανοποιήσει την Ελλάδα, θα ηρεμήσει το ΔΝΤ και θα δώσει τη δυνατότητα στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε να πει στους βουλευτές του ότι η ελάφρυνση του χρέους δεν είναι ουσιαστικά σημαντική.

Ο δε δρόμος για την ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ θα είναι ορθάνοιχτος.