Τι δήλωσε ο Π. Παυλόπουλος για τη συνάντηση που είχαν ο ίδιος και ο πρωθυπουργός με τον πρόεδρο της ιορδανικής Βουλής, χώρας-κλειδί για τον έλεγχο της ροής των προσφύγων
Με τον πρόεδρο της Βουλής του Χασεμιτικού Βασιλείου της Ιορδανίας, Ατέφ αλ Ταραουνέχ, συναντήθηκαν χθες ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, και ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας.
Καθώς η Ιορδανία όπως και ο Λίβανος και η Τουρκία θεωρούνται χώρες-κόμβοι για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, που εγκαταλείπουν κατά χιλιάδες τις εστίες τους, και οι δύο αυτές συζητήσεις (έγιναν σε διαφορετικό χρόνο) θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικές.
Ο κ. Παυλόπουλος επικεντρώθηκε κατευθείαν στα κύρια ζητήματα του προσφυγικού και δήλωσε πως η σύνοδος κορυφής της Ε.Ε., που θα πραγματοποιηθεί την ερχόμενη Δευτέρα, πρέπει να αποφασίσει τον άμεσο τερματισμό του πολέμου στη Συρία και τη διαχείριση του προσφυγικού όπως, όμως, ταιριάζει στον άνθρωπο.
Επισήμανε, δε, πως ο καθένας στην Ε.Ε. πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούν, με βάση την ιδέα μιας Ευρώπης του Ανθρωπισμού και της Δημοκρατίας, ακριβώς όπως πράττει η Ελλάδα, «παρά το γεγονός ότι η χώρα έχει τεράστια προβλήματα, όσον αφορά την οικονομία της και την κοινωνική της συνοχή», όπως διευκρίνισε.
«Αυτή την ώρα καθένας δίνει εξετάσεις», τόνισε ο κ. Παυλόπουλος. «Η Ελλάδα φέρει το μεγαλύτερο βάρος από κάθε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης ως προς το προσφυγικό και το κάνει προσηλωμένη στα ανθρωπιστικά ιδεώδη».
Μάλιστα, αναφέρθηκε και στα κοινά των δύο χωρών -Ελλάδας, Ιορδανίας- λέγοντας πως «η χώρα σας στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και σε ό,τι αφορά την προσπάθεια ειρήνευσης στη Μέση Ανατολή και, ιδίως, ως προς τον τερματισμό του πολέμου στη Συρία.
Επιπλέον, έχει πάρει επάνω της ένα μεγάλο μέρος του προσφυγικού διδάσκοντας, στην κυριολεξία, ανθρωπισμό, παρά το το γεγονός μάλιστα ότι και εσείς έχετε πολλά και σημαντικά προβλήματα στο εσωτερικό της χώρας, ιδίως από πλευράς οικονομικής».
Από τη μεριά του, ο Ιορδανός πρόεδρος -ο οποίος έχει σπουδάσει στην Ελλάδα και μιλάει καλά τη γλώσσα- σημείωσε πως είναι καιρός οι δύο χώρες να αλληλοβοηθηθούν, καθώς έχουν μεγάλη εμπειρία από το «πώς μπορούμε να τα καταφέρουμε».
