ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Αντα Ψαρρά
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μετά το ανελέητο κυνηγητό των δύο προστατευόμενων μαρτύρων του σκανδάλου Novartis, το τελευταίο 48ωρο, από τα μέλη της πλειοψηφίας της προανακριτικής και τους δημοσιογράφους, τα πράγματα ξεκαθάρισαν, δεδομένου ότι όλοι φαίνεται να κατανόησαν πως με πυροτεχνήματα δεν νομιμοποιούνται να παραβιάζουν τους νόμους.

Πολύ περισσότερο όταν τα πορίσματα που φτάνουν στη Βουλή καταδεικνύουν ότι το σκάνδαλο που στοίχισε δεκάδες εκατομμύρια στο Δημόσιο (ΕΟΠΥΥ) αφορά κυρίως τις υπερτιμολογήσεις φαρμάκων, που δεν έγιναν βέβαια ούτε από τους γιατρούς που δωροδοκήθηκαν ούτε από απλούς υπηρεσιακούς παράγοντες. Το στήσιμο στα έξι μέτρα των προστατευόμενων μαρτύρων είναι όχι μόνο επικίνδυνο για τους ίδιους αλλά και για το κύρος της Δικαιοσύνης και της Βουλής.

Η ευρωπαϊκή οδηγία

«Δεν υπάρχει ευρωπαϊκή οδηγία για τους προστατευόμενους μάρτυρες», δήλωνε χθες με έμφαση ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στ. Πέτσας, θεωρώντας προφανώς ότι με τον τρόπο αυτόν αποστομώνει την αξιωματική αντιπολίτευση που διαμαρτύρεται για τις ωμές παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη. Το θέμα, φυσικά, δεν είναι αν υπάρχει ή όχι συγκεκριμένη οδηγία, ειδικά όταν τόσο για το ευρωπαϊκό όσο και για το ελληνικό Δίκαιο είναι αυτονόητο ότι ο θεσμός των προστατευόμενων μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος είναι δεδομένος.

Το ίδιο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπως όφειλε να γνωρίζει ο κ. Πέτσας, τον περασμένο Απρίλιο, ενέκρινε νέους κανόνες που εγγυώνται υψηλό επίπεδο προστασίας για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος στις χώρες – μέλη της Ε.Ε., δεδομένου ότι συμβάλλουν αποφασιστικά στην πάταξη της διαφθοράς. Μέχρι και ψυχολογική στήριξη προβλέπεται για τους ανθρώπους αυτούς που βάζουν σε κίνδυνο ακόμα και τη ζωή τους, θέλοντας να συμβάλουν στη διερεύνηση υποθέσεων διαφθοράς.

Βέβαια, έπειτα από όλα όσα έχουν μεσολαβήσει στην περίπτωση του σκανδάλου της Novartis, μόνο ως ειρωνεία αντηχούν οι ευρωπαϊκοί αυτοί κανόνες για τη σημερινή προανακριτική επιτροπή, που από την πρώτη στιγμή υιοθέτησε ασμένως τη γραμμή Σαμαρά και Λοβέρδου.

Και μπορεί μεν ο Α. Λοβέρδος ως κατηγορούμενος να υπερασπίζεται με όποιον τρόπο νομίζει το τεκμήριο αθωότητάς του, όμως οι Ευρωπαίοι βουλευτές της Ν.Δ. και του ΚΙΝ.ΑΛΛ. δεν μπορούν ούτε να προσβάλουν χυδαία τους μάρτυρες ούτε με την ταμπέλα της υποτιθέμενης σκευωρίας να παραβιάζουν κάθε έννοια ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και του θεσμού της Εισαγγελίας κατά της Διαφθοράς.

Ο Στ. Πέτσας, ενώ διέκρινε πανικό (!) στη δήλωση του Αλέξη Τσίπρα, δεν είπε λέξη για τις ωμές παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη και την καταστρατήγηση νόμων που καταγγέλλει ο τέως πρωθυπουργός, ενώ, όταν και ο ίδιος φάνηκε να κατανοεί ότι τα περί βίαιης προσαγωγής ήταν ένα απλό πυροτέχνημα, συμπλήρωσε με νόημα ότι «υπάρχουν κι άλλα εργαλεία στα χέρια της προανακριτικής επιτροπής»! Αρκεί να μην πανικοβληθεί και η Δικαιοσύνη με τα υπό μελέτη «εργαλεία».

«Θέλει δεν θέλει»

Η ενορχηστρωμένη επίθεση πολιτικών και δημοσιογραφικών επιτελείων, που οχυρώνονται πάντα πίσω από ανώνυμες δικαστικές πηγές για κάθε εμβόλιμη διαρροή, προσβάλλει τους πολίτες και αφήνει άφωνους τους θεσμικούς εταίρους της χώρας.

Μόλις προχθές, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Λίνος- Αλέξανδρος Σισιλιάνος, μιλώντας στη Βουλή (και) για τους προστατευόμενους μάρτυρες ανέφερε ότι «υπάρχει σαφής νομολογία του Δικαστηρίου με αποφάσεις […] για τις προϋποθέσεις και τους όρους υπό τους οποίους μπορεί να προστατευθούν οι μάρτυρες και να μην καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου ή να καταθέσουν ανώνυμα, κατά τρόπο όμως που να διασφαλίζονται συγχρόνως τα δικαιώματα του κατηγορουμένου.

Η έκφραση, την οποία χρησιμοποιεί το δικαστήριο, είναι να υπάρχουν οι λεγόμενες “counterbalance in factors”, ώστε από τη μια μεριά να προστατεύεται ο μάρτυρας να καταθέσει ανώνυμα ή εκτός δικαστηρίου ή να καταθέτει με βίντεο με γυρισμένη την πλάτη, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν αντισταθμιστικοί παράγοντες που συγχρόνως να προστατεύουν και τα δικαιώματα του κατηγορουμένου».

Κι όλα αυτά τα αυστηρά μέτρα προβλέπονται στη διάρκεια μιας δίκης που εξελίσσεται και όχι όταν για θέμα άσχετο με το περιεχόμενο των καταθέσεων επιχειρείται από βουλευτές – ανακριτές βίαιη προσαγωγή, με σαφή στόχο να αποκαλυφθούν και να εκφοβιστούν οι μάρτυρες. «Θέλει δεν θέλει, θα καταθέσει!», δήλωνε χαρακτηριστικά μέλος της προανακριτικής και βουλευτής της Ν.Δ. σε ραδιοφωνική εκπομπή.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης

Ο υπουργός Δικαιοσύνης Κ. Τσιάρας, σχολιάζοντας το θέμα στον ΣΚΑΪ, ξεκαθάρισε ότι δεν έχει καμία εμπλοκή το υπουργείο Δικαιοσύνης στη διαδικασία και στις εξελίξεις της υπόθεσης Novartis. Δήλωσε ότι ενημερώνεται και ο ίδιος από τις ειδήσεις.

Δεν απέφυγε, όμως, ο γιατρός υπουργός να διατυπώσει υποκειμενικές κρίσεις για το τι προβλέπει ο νόμος. Οι βουλευτές της προανακριτικής είναι εισαγγελείς, τόνισε, και μπορεί να εξετάζουν όποιον μάρτυρα κρίνουν σκόπιμο, αρκεί να γίνεται με τους ίδιους όρους που έγινε ενδεχομένως στην προηγούμενη περίοδο, όταν κατέθεσαν οι προστατευόμενοι μάρτυρες.

Εδώ όμως κάνει λάθος ο υπουργός, δεδομένου ότι στην Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς που τους παρέχει και το καθεστώς προστασίας οι μάρτυρες φυσικά και κατέθεσαν αυτοπροσώπως.

Στους εισαγγελείς του Αρείου Πάγου κατέθεσαν όπως οι ίδιοι επέλεξαν και, πάντως, χωρίς τα ονόματά τους. Δεν είναι υποχρεωμένοι σε καμία περίπτωση να καταθέσουν, αν δεν είναι βέβαιοι ότι δεν θα αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους και ότι δεν κινδυνεύουν.

Πάρα το γεγονός ότι κράτησε αποστάσεις από τον Α. Λοβέρδο (όχι όμως από τον Αντ. Σαμαρά), προτίμησε να κάνει μια γενική τοποθέτηση περί εργαλειοποίησης της Δικαιοσύνης επί ΣΥΡΙΖΑ. Τελικά, όμως, δεν απέφυγε να περιγράψει το σκάνδαλο ως μια πολιτική σκευωρία, χωρίς να ερωτηθεί βέβαια για το πώς μια σκευωρία κατάφερε να ρημάξει το δημόσιο ταμείο, λόγω της υπερτιμολόγησης των φαρμάκων της Novartis.

Πάρα το γεγονός ότι ξεκαθάρισε πλήρως πως, είτε καταθέσουν είτε δεν καταθέσουν οι προστατευόμενοι, δεν αίρεται η προστασία τους, δεν απέφυγε να μιλήσει «για ερωτηματικά στη στάση τους», επιβεβαιώνοντας με τη σειρά του την αυτόματη σκέψη που δημιουργείται όταν βουλευτές θεωρούν ότι οι καταθέσεις και επομένως και οι ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στους μάρτυρες ακόμα και από τους ανώτατους εισαγγελείς του Αρείου Πάγου είναι… υποδεέστερες και δεν τους αρκούν.

Κι αυτά όλα δεν συνάδουν ασφαλώς με τη δημοκρατική χώρα που περιέγραψε ο κ. Τσιάρας, ο οποίος δεν απέφυγε να προκαταλάβει και το τι σκέπτονται οι πολίτες.