Την τάση για αλλαγή του στάτους κβο σε βάρος της κυπριακής κυβέρνησης εξαιτίας του αδιεξόδου στο Κυπριακό και της άγονης παρέλευσης του χρόνου επιβεβαιώνει το νέο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, με μικρές αλλά επώδυνες αποφάσεις, για την ανανέωση της θητείας της UNFICYP στην Κύπρο.
Η κυπριακή διπλωματία, όπως συμβαίνει για 5ο συνεχόμενο εξάμηνο αφότου κατέρρευσαν οι συνομιλίες στο Κραν Μοντανά, βρέθηκε σε μάχες οπισθοφυλακής τις τελευταίες ημέρες με τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας για το περιεχόμενο του ψηφίσματος. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς όλοι στην έδρα του ΟΗΕ γνωρίζουν ότι ορισμένα από τα μόνιμα μέλη που έχουν και δικαίωμα βέτο για την ανανέωση δυσφορούν για τη διαιώνιση της παρουσίας της UNFICYP στην Κύπρο.
Για μήνες συγκρατούν τις αντιδράσεις τους, μόνο και μόνο γιατί ο γενικός γραμματέας Αντόνιο Γκουτέρες δίνει κάθε φορά μια αμυδρή ελπίδα στο Κυπριακό και την προοπτική επίλυσής του. Αυτό έκανε και τώρα ο Γκουτέρες με την έκθεσή του προς το Συμβούλιο Ασφαλείας, έχοντας εκμαιεύσει τον Νοέμβριο στο Βερολίνο από τον Κύπριο πρόεδρο Ν. Αναστασιάδη και τον Τ/κ ηγέτη Μ. Ακιντζί ότι θα προχωρήσουν αποφασιστικά για κατάληξη αμέσως μετά τον Απρίλιο, αφού μεσολαβήσουν οι εκλογές στα κατεχόμενα.
Η άλλη όψη βέβαια είναι ότι τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν επιθυμούν αυτό το διάστημα να κάνουν δραστική κίνηση που θα αλλάξει τον χαρακτήρα της UNFICYP στο νησί και με τον τρόπο αυτό να προκαλέσουν περαιτέρω αποσταθεροποίηση, σε ένα περιβάλλον που ήδη βρίθει από εντάσεις στις θάλασσες γύρω από την Κύπρο.
Ωστόσο τίποτε δεν μένει ακίνητο. Ετσι ερμηνεύεται η νέα πρόνοια στο ψήφισμα, με την οποία «το Συμβούλιο Ασφαλείας ζητεί τη δημιουργία αποτελεσματικού μηχανισμού για απευθείας στρατιωτικές επαφές μεταξύ των πλευρών και των σχετικών ενδιαφερομένων μερών και καλεί την UNFICYP ως διευκολυντή μέσω του ρόλου της ως συνδέσμου να υποβάλει σχετικές προτάσεις».
Η πρόνοια για «απευθείας στρατιωτικές επαφές» συνιστά σαφή προειδοποιητική βολή για το τι σιγά σιγά συμβαίνει στην πράξη σε σχέση με τους όρους εντολής της UNFICYP, που βρίσκεται στην Κύπρο από το 1964 και από το 1974 ενεργεί ως ο επιτηρητής της κατάπαυσης του πυρός σε μια νεκρή ζώνη μήκους 200 χιλιομέτρων, που αντιστοιχεί στο 3% του εδάφους του νησιού. Με πιο απλά λόγια, ο ΟΗΕ δεν επιθυμεί πλέον να είναι συμμέτοχος σε μια διχοτομική κατάσταση που βολεύει τις εκατέρωθεν δυνάμεις του στάτους κβο και ούτε θέλει να εξυπηρετεί τους τακτικισμούς της κάθε πλευράς. Το μήνυμα για μηχανισμό στρατιωτικών επαφών σημαίνει να προετοιμάζονται γιατί σύντομα θα τα λένε οι στρατοί απευθείας και μόνοι τους.
H Λευκωσία κατάπιε και την εξέλιξη αυτή, αφού διοχέτευσε τις τελευταίες ημέρες τις πληροφορίες για τη διπλωματική μάχη που έδωσε ο ΥΠΕΞ Ν. Χριστοδουλίδης για να αντιμετωπίσει χειρότερες «ραδιουργίες» της βρετανικής διπλωματίας, που συνέταξε το προσχέδιο. Η πραγματικότητα όμως ξεπερνά την πρόσκαιρη αυτή εικόνα ακόμα μιας «κερδισμένης» μάχης. Η κυπριακή διπλωματία μετά βίας επιπλέει πλέον σε διεργασίες για το Κυπριακό που εξελίσσονται στον ΟΗΕ, ενώ στον χώρο των Βρυξελλών προσκρούει συνεχώς σε αντιφάσεις με την ελπίδα να πετύχει κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας για όσα συμβαίνουν στις θάλασσες.
Αρνητική ατμόσφαιρα
Το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας συνιστά άλλη μια αποδοκιμασία των ηγεσιών στις δύο Κοινότητες, όχι μόνο σε σχέση με την αποτυχία τους να προχωρήσουν στις διαπραγματεύσεις, αλλά και στον τρόπο που χειρίζονται την κοινή γνώμη. Την ώρα που εκατοντάδες Ε/κ και Τ/κ καθημερινά διέρχονται από τα οδοφράγματα για επισκέψεις, εκδρομές και ψώνια, οι Μικτές Τεχνικές Επιτροπές που συγκροτήθηκαν το 2015 για θέματα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και βελτίωσης της καθημερινότητας των Κυπρίων στην ουσία έχουν αδρανοποιηθεί.
Το υπουργείο Εξωτερικών υπό τον Ν. Χριστοδουλίδη έχει επιβάλει φρένο σε κάθε προγραμματισμό και απαγορεύει πρωτοβουλίες από μέλη των Επιτροπών, με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως λ.χ. η Επιτροπή για τη Διάσωση της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, της οποίας τα έργα χρηματοδοτεί ο προϋπολογισμός της Ε.Ε.
Το χειρότερο είναι ότι όχι μόνο δεν εισακούονται τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας για βελτίωση της δημόσιας ατμόσφαιρας και ενδυνάμωση του ρόλου της κοινωνίας των πολιτών, των γυναικών και των νέων στις προσπάθειες για συμφιλίωση, αλλά αντίθετα όλα όσα εκπέμπονται με δημόσιες δηλώσεις ή διαρροές προς ΜΜΕ από το Προεδρικό και το ΥΠΕΞ αποσκοπούν στην περαιτέρω επιδείνωση και τη δημιουργία ενός ανταγωνιστικού έως και εχθρικού κλίματος.
Ραντεβού τον Ιούλιο
Σε άλλη μια ένδειξη ότι η παραμονή της UNFICYP θα εξαρτάται από την πρόοδο στο Κυπριακό, το Συμβούλιο Ασφαλείας κάλεσε τον γενικό γραμματέα να υποβάλει δύο χωριστές εκθέσεις, αυτή τη φορά την ίδια χρονική περίοδο και μέχρι τις 10 Ιουλίου 2020.
Η εντολή είναι σαφής: να ενημερωθούν αν υπάρχει οποιαδήποτε «πρόοδος προς την επίτευξη ενός συναινετικού σημείου για την έναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων προσανατολισμένων προς τα αποτελέσματα που οδηγούν σε διευθέτηση». Απευθύνεται ξανά προς τους δύο ηγέτες στην Κύπρο και τους καλεί να καταθέσουν μέχρι τότε και γραπτώς τις δικές τους ενημερώσεις για τις ενέργειες που έχουν αναλάβει για επίτευξη βιώσιμης και συνολικής διευθέτησης.
Οδεύουν σε λειτουργική συνεργασία;
Το ζήτημα των «απευθείας στρατιωτικών επαφών» μεταξύ των δύο πλευρών δεν είναι απομονωμένο από την κατάσταση που δημιουργείται στη μοιρασμένη Κύπρο.
Ο γενικός γραμματέας, με τις εκθέσεις του τον τελευταίο χρόνο, θέτει επιτακτικά επί τάπητος το φάσμα των προβλημάτων, προειδοποιώντας ότι το στάτους κβο δεν είναι πλέον βιώσιμο. Ο Αντόνιο Γκουτέρες θεωρεί ότι η ε/κ πλευρά θα πρέπει να επιτρέψει να αναπτυχθούν οι σχέσεις των δύο πλευρών, παραμερίζοντας επιχειρήματα ή προσκόμματα που προβάλλει ως η αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Κύπρου. Από την άλλη, ζητεί από την τ/κ πλευρά να μην επιδιώκει πλεονεκτήματα «αναγνώρισης» στη μεταχείριση της διοίκησης στα κατεχόμενα, πέρα από ένα πλαίσιο λειτουργικών σχέσεων «Βορρά – Νότου».
Πολλοί αντιλαμβάνονται τις προσπάθειες που για δεκαετίες καταβάλλει η κυπριακή διπλωματία, όταν τίθεται μπροστά σε προβλήματα οιονεί αναγνώρισης σε θεσμούς ή ενέργειες της ούτω καλούμενης «ΤΔΒΚ», δηλαδή της αυτοανακηρυχθείσης το 1983 Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου, που ως γνωστόν αναγνωρίζεται ως κράτος μόνο από την Τουρκία. Η κατάσταση που εξελίχθηκε όμως και στις δύο πλευρές, ενώπιον του ΟΗΕ και της UNFICYP, μετατράπηκε σε μια διαρκή μάχη με χαρτιά που χαρακτηρίζεται από επιλεκτική ευαισθησία και σκόπιμη προπαγάνδα.
Την ίδια ώρα, σιωπηρά αλλά πραγματικά τα γεγονότα πιέζουν το στάτους κβο. Για παράδειγμα, οι δύο πλευρές όφειλαν, και αυτό έπραξαν, να συνεργαστούν για την παγκόσμια κινητοποίηση μπροστά στον κίνδυνο παγκόσμιας πανδημίας κορωναϊού. Ανάλογη συνεργασία διαπιστώθηκε εξ ανάγκης ότι υπάρχει ανάμεσα στις δυνάμεις δίωξης του εγκλήματος. Γι’ αυτό τα τελευταία χρόνια έχει σιωπηρώς αλλάξει η πρακτική που ακολουθούσε για δεκαετίες το κυπριακό ΥΠΕΞ, φράζοντας κάθε είδους συνεργασία, ανταλλαγή πληροφοριών σε ποινικές υποθέσεις ή ακόμα και παράδοση εγκληματιών.
Τα γεγονότα επί του εδάφους βοούσαν γύρω από το έγκλημα, αλλά έπρεπε να υπάρξουν καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΑΔ για να αναπτυχθεί λειτουργική συνεργασία. Νέα πηγή σοβαρών προβλημάτων είναι τώρα οι μεταναστευτικές ροές, που παραμένουν μη ελεγχόμενες από τους θαλάσσιους διαδρόμους και την εκτεταμένη και αφύλακτη γραμμή στην ξηρά.
