Το ρολόι του Κυπριακού και των ελληνοτουρκικών σχέσεων γύρισε κυριολεκτικά 25 χρόνια πίσω, στην εποχή των εντάσεων και των προκλήσεων. Το μέχρι πρότινος σκηνικό στασιμότητας, το βολικό στάτους κβο, φαίνεται πολύ καθαρά ότι δεν υπάρχει πλέον.
Η Τουρκία έχει ανοίξει όλο το μέτωπο των αξιώσεών της επί των θαλάσσιων ζωνών, από την Κύπρο μέχρι την Κρήτη και τη Ρόδο. Επιπρόσθετα, επιζητεί οριστική αλλαγή της κατάστασης πραγμάτων στην Κύπρο. Ολα μαζί σαν ενιαίο πακέτο, το άλυτο Κυπριακό, τα Ελληνοτουρκικά και οι διαφορές στη θάλασσα, τροφοδοτούν επικίνδυνα τις τάσεις για αποσταθεροποίηση και πιέζουν την ελληνική κυβέρνηση να σκεφτεί σοβαρά τι θα κάνει.
Είναι η πρώτη φορά από το 2004 και μετά που με τόσο ευδιάκριτο τρόπο η κυβέρνηση της Ελλάδας καταβάλλει το βαρύ τίμημα της ακινησίας στο Κυπριακό και της αδράνειας στην εξωτερική πολιτική έναντι της Τουρκίας όλα τα χρόνια που προηγήθηκαν:
● Το Κυπριακό υποτροπιάζει προς οριστική διχοτόμηση, γίνεται μόνιμη πηγή αντιπαράθεσης στην ξηρά και ζήτημα διαμοιρασμού στη θάλασσα.
● Οι ελληνοτουρκικές διαφορές δεν αφορούν στενά το Αιγαίο, αλλά επεκτείνονται με τουρκικές διεκδικήσεις σε όλη την ανατολική Μεσόγειο.
Οσο τα γεγονότα λαμβάνουν την κατεύθυνση αναμέτρησης με όρους ισχύος, η Ελλάδα κινδυνεύει με τετελεσμένα στη θάλασσα. Οι δε επιλογές που κάνει η Κύπρος την επηρεάζουν, γιατί από καιρό δεν είναι απλώς μια «κυπριακή υπόθεση». Χωρίς κοινή συνισταμένη για επίλυση των προβλημάτων με την Τουρκία, το γνωστό δόγμα «η Κύπρος αποφασίζει, η Ελλάδα συμπαρίσταται» παράγει μόνο ανεξέλεγκτες καταστάσεις.
Η Κύπρος αποφασίζει
Η Αθήνα και η Λευκωσία βρίσκουν μπροστά τους μια διαφορετική Τουρκία που δεν έχει σχέση με την κατάσταση της χώρας τη δεκαετία του ’90. Σαφώς πιο ενδυναμωμένη με όρους στρατιωτικής και οικονομικής ισχύος, η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν διεκδικεί ρόλο περιφερειακής δύναμης. Γίνεται σταδιακά περισσότερο απρόβλεπτη και, ξανά, εθνικιστική. Σε ένα περιβάλλον στην ανατολική Μεσόγειο ασταθές και άναρχο, δεν είναι αγκυροβολημένη στη Δύση (ΗΠΑ και Ε.Ε.) και σε αυτό το αποτέλεσμα συνέτειναν με τον τρόπο τους τόσο η κυπριακή όσο και η ελληνική κυβέρνηση.
Στο Κυπριακό, η κυβέρνηση υπό τον Ν. Αναστασιάδη έκανε παραπλανητικούς υπολογισμούς με βάση τις δικές της εσωτερικές ανάγκες τα τελευταία 3 χρόνια. Με αδύναμα στελέχη στη χάραξη εξωτερικής πολιτικής, ο Κύπριος πρόεδρος έστρεψε την προσοχή του σε ένα πρόγραμμα για έρευνες και γεωτρήσεις στις θάλασσες, τρέφοντας υπερβολικές έως και ανεδαφικές προσδοκίες. Το χειρότερο είναι ότι αδιαφόρησε για την έκταση της τουρκικής αντίδρασης στην ανατολική Μεσόγειο.
Η Λευκωσία δεν χρεώνεται μόνο επιπολαιότητα αλλά και έλλειψη αποδεδειγμένης βούλησης για επίλυση του Κυπριακού. Ο Ν. Αναστασιάδης βρέθηκε απέναντι από τον ΟΗΕ στο Κραν Μοντανά (2017) και μετά ακολούθησε την παρελκυστική πολιτική του στο Κυπριακό, ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου. Αυτό ήταν το πιο ευνοϊκό πεδίο για την Τουρκία για να ενεργεί σχεδόν ανενόχλητα εν ονόματι των δικαιωμάτων της και των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων.
Η καταγγελτική διπλωματία
Την Πέμπτη το βράδυ (12/12) στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έγινε συζήτηση για την Τουρκία και ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης εξασφάλισε τη μέγιστη δυνατή φραστική υποστήριξη σε σχέση με την εξωφρενική προέκταση των απαιτήσεων της Τουρκίας μέχρι νοτίως της Κρήτης: «Το μνημόνιο κατανόησης Τουρκίας – Λιβύης για τα θαλάσσια σύνορα στη Μεσόγειο θάλασσα αντίκειται στα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων χωρών, δεν ευθυγραμμίζεται με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν μπορεί να παραγάγει νομικές συνέπειες για τα τρίτα κράτη. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επιβεβαιώνει την αλληλεγγύη του προς την Ελλάδα και την Κύπρο σχετικά με τις ενέργειες της Τουρκίας», μια αναφορά που σχετίζεται και με τις τουρκικές γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ.
Η καταγραφή αυτή στην Ε.Ε. δημιουργεί ένα μικρό ανάχωμα στις αλυσιδωτές δυσμενείς εξελίξεις, αλλά δεν τις συμψηφίζει. Αν ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης έχει αποφασίσει να μιμηθεί τον Ν. Αναστασιάδη και την κυπριακή διπλωματία, θα αρχίσει κι αυτός να καταναλώνει αδιάκοπα «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη». Τι θα κάνει όμως η Ελλάδα αν η Τουρκία παρέμβει στην αμφισβητούμενη ελληνική υφαλοκρηπίδα; Θα επιλέξει την αναμέτρηση ή θα αρκεστεί στην κυπριακή καταγγελτική ρητορεία;
Η Αθήνα γνωρίζει επίσης πολύ καλά τι συμβαίνει εδώ και χρόνια στις σχέσεις Τουρκίας – Ε.Ε. Στο πίσω μέρος του μυαλού τους, οι Ευρωπαίοι εταίροι έχουν άλλες προτεραιότητες για να τιθασεύσουν την Τουρκία και να διασφαλίσουν τα αμοιβαία οικονομικά συμφέροντά τους.
Από τη δική της πλευρά η ελληνική κυβέρνηση τρομάζει στην ιδέα να ανοίξει η στρόφιγγα στο μεταναστευτικό σε νέες ανεξέλεγκτες ροές. Σε ένα περιβάλλον όπου η Κύπρος και τώρα και η Ελλάδα αναμοχλεύουν μόνο το δίκαιό τους, χωρίς να προτείνουν λύσεις, οι Ευρωπαίοι εταίροι θα κάνουν μόνο το ελάχιστο καθήκον τους.
Εγκυρες φωνές
Στην Αθήνα, λίγες αλλά έγκυρες φωνές βλέπουν εδώ και καιρό τις ειδήσεις που καταφτάνουν από την Κύπρο με προβληματισμό και απορία. Τα ερωτήματα πληθαίνουν γιατί είναι έκδηλη η ανησυχία για υποβόσκουσα κρίση στις θάλασσες. Η εντύπωση ότι η κατάσταση στην Κύπρο δεν επηρεάζει την Ελλάδα ούτε ενδιαφέρει την κοινή γνώμη αποδείχθηκε λανθασμένη.
Ο αγωγός East Med, οι τριμερείς με Σίσι και Νετανιάχου κυριάρχησαν σε έναν εικονικό κόσμο, με χρόνο ζωής όσο η οικογενειακή φωτογράφηση σε κάθε τριμερή συνάντηση. Τώρα προβάλλουν ξανά στην Ελλάδα φωνές στιβαρές για μια νέα γραμμή στην εξωτερική πολιτική έναντι της Τουρκίας, για να μπουν τα προβλήματα σε τροχιά επίλυσης, σταθερότητας και συνεργασίας.
Στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών κοιτάζουν τα αρχεία τους. Η μόνη στρατηγική απέναντι στην Τουρκία που δούλεψε ήταν το Ελσίνκι (1999-2003), μια πανευρωπαϊκή συμφωνία με την Τουρκία, με τη στήριξη των ΗΠΑ, που γράφηκε σχεδόν από ελληνικό χέρι. Θεμέλιό της η διαπραγμάτευση για επίλυση των προβλημάτων εντός ευρωπαϊκού πλαισίου και με βάση τους διεθνείς κανόνες. Αυτό για την Κύπρο ήταν τότε το Σχέδιο του ΟΗΕ και η ένταξή της στην Ε.Ε.
Για την Ελλάδα, ο διμερής διάλογος για τις διαφορές στο Αιγαίο και εν τέλει η υποχρεωτική παραπομπή στη Χάγη. Και τα δύο ζητήματα μαζί, σε αντάλλαγμα για την έναρξη διαπραγματεύσεων ένταξης Ε.Ε. – Τουρκίας. Η προθεσμία για λήψη ιστορικών αποφάσεων ήταν το 2004.
Την αρνήθηκαν, με συνειδητή επιλογή της πρώτα η κυπριακή κυβέρνηση, τότε υπό τον Τ. Παπαδόπουλο, απορρίπτοντας το Σχέδιο του ΟΗΕ. Ακολούθησε η τότε ελληνική κυβέρνηση υπό τους Κ. Καραμανλή – Μολυβιάτη στα ζητήματα προσφυγής στη Χάγη για το Αιγαίο.
Το στρατηγικό δίλημμα τι κάνουμε με την Τουρκία έχει απάντηση μόνο σε ένα πλαίσιο συνεργασίας, υπό όρους και προϋποθέσεις αμοιβαίου κέρδους. Στην Κύπρο η πρόταση είναι ακόμα στο τραπέζι και έχει τη σφραγίδα του ΟΗΕ και του Αντόνιο Γκουτέρες, που συγκρατεί την Τουρκία εντός πλαισίου ομοσπονδίας και αξιοποιεί τη θετική στάση της τουρκοκυπριακής ηγεσίας.
Για την Ελλάδα, η ανασύσταση ενός «νέου Ελσίνκι» δεν είναι ανέφικτη, αλλά θα απαιτήσει μεγάλη προσπάθεια και ισχυρά δείγματα γραφής από την κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη. Θα είναι όμως το τέλος του τυχοδιωκτισμού και της καταγγελτικής διπλωματίας που τόσο θέλγει την κυπριακή ηγεσία στην επίμονη ομφαλοσκόπησή της.
