ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιάσονας Χανδρινός
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε σχέση με την, εύστοχη σε πολλά σημεία, κριτική του Δημήτρη Ψαρρά στο βιβλίο «Ολη Νύχτα Εδώ. Μια προφορική ιστορία της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου», το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα σε επιμέλεια του υπογράφοντος, οφείλω ως απάντηση τα εξής: Στο άρθρο [Δημήτρης Ψαρράς, «Η δικαίωση των τανκς», «Εφ.Συν.», 16.11.2019] σχολιάζεται εκτενώς η δημοσιευμένη (σ. 158-164) αφήγηση του Κώστα Βουλιέρη, αντισυνταγματάρχη καταδρομών και ενός από τους επικεφαλής των δυνάμεων που εκκένωσαν βίαια το Πολυτεχνείο τη νύχτα της 16ης προς 17η Νοεμβρίου 1973, επισημαίνοντας πως πρόκειται για μια μαρτυρία «γελοία» και «συκοφαντική» και πως είναι σοβαρό ατόπημα του επιμελητή του βιβλίου «η ασχολίαστη αναπαραγωγή της αθλιότητας».

Το τελευταίο που θα μπορούσε να καταλογίσει κανείς στη συγκεκριμένη έκδοση είναι πως συνιστά ή έστω ενθαρρύνει μια θέαση μονόπλευρη. Μιλούν πάνω από τα μισά μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής, μέλη όλων των οργανώσεων του φοιτητικού κινήματος (Αντι-ΕΦΕΕ, Ρήγας Φεραίος, ΑΑΣΠΕ, ΟΣΕ, ΟΜΛΕ κ.ά.), ανένταχτοι φοιτητές και, για πρώτη φορά, πολλοί μαθητές, εργάτες, διαδηλωτές, συλληφθέντες και τραυματίες από σφαίρες, με βάση τη διακηρυγμένη πρόθεσή μου για μια συστηματική καταγραφή της βιωματικής ιστορίας «από τα κάτω».

Oι μαρτυρίες παρατίθενται αυτούσιες. Σκόπιμα δεν υπάρχει υπομνηματισμός, αντιπαραβολές με τη βιβλιογραφία, ούτε υποσημειώσεις τεκμηρίωσης, παρά μόνο ελάχιστες εσωτερικές παραπομπές, απλώς και μόνο για να βοηθηθεί ο αναγνώστης στην παράλληλη ανάγνωση ενός ογκώδους υλικού. Ολα αυτά πιθανώς ξενίζουν ή δίνουν την εντύπωση μιας επιπόλαιης διαχείρισης.

Ο ιστορικός οφείλει να παραθέτει τις πηγές του «γυμνές», είτε είναι προφορικές συνεντεύξεις είτε έγγραφα και ντοκουμέντα. Μια μαρτυρία δε διαφέρει από οποιοδήποτε τεκμήριο: είναι ακόμα ένα στοιχείο προς εξακρίβωση, το οποίο μάλιστα ελέγχεται πολλαπλά για την ακρίβεια των λεχθέντων αλλά και τα διάφορα φίλτρα ερμηνείας που εκ των πραγμάτων αναπαράγει. Πάντοτε υπάρχουν όρια στην ιστορική μας γνώση (το Πολυτεχνείο δεν αποτελεί εξαίρεση) και η μνήμη είναι απαραίτητη ως προνομιακό (αλλά και ολισθηρό) πεδίο άντλησης πληροφοριών.

Οπως, άλλωστε, επισημαίνεται και στο άρθρο, «ασφαλώς όλες οι μαρτυρίες είναι πολύτιμες. Και από αυτόν τον κανόνα δεν εξαιρούνται οι “ανεπιθύμητες” ή και ακόμα οι εξόφθαλμα αναξιόπιστες».

Οφείλω παρ’ όλα αυτά, αποδεχόμενος την κριτική, να παραδεχτώ πως η μαρτυρία Βουλιέρη απαιτούσε μια διαφορετική πλαισίωση. Πρόκειται για μια αφήγηση, όπως επισημαίνει ορθά ο Δημήτρης Ψαρράς, που εξευτελίζει την εξέγερση και τους φορείς της με τρόπο επιθετικό, γεμάτο υπονοούμενα, ενώ επιρρίπτει την ευθύνη για την εισβολή του άρματος στους φοιτητές-μέλη της Συντονιστικής που βγήκαν να διαπραγματευτούν. Το τελευταίο σημείο είναι το πλέον επίμαχο. Η αναφορά στο όνομα του Κώστα Λαλιώτη πρέπει να διαβαστεί ως πολλαπλά κακόβουλος υπαινιγμός για την «έλλειψη αγωνιστικότητας» των φοιτητών που, υποτίθεται, ζήτησαν οι ίδιοι τα άρματα, και ταυτόχρονα ως συλλήβδην επίθεση στην καθοριστική συμβολή του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος στην πτώση της χούντας.

Στην εισαγωγή εξηγώ πως θεωρώ την αφήγηση «πολλαπλά αυτολογοκριμένη» (σ. 28) και με συγκεκριμένα πλαίσια και ιδεολογήματα, ενώ ισχυρίζομαι γενικώς πως, μιλώντας για την εξέγερση του Πολυτεχνείου ως γεγονός, δεν τίθεται θέμα ανάδειξης κάποιας άλλης «άποψης» ή «πλευράς» (πόσο δε μάλλον της χουντικής), γιατί δεν υπάρχουν καν «εναλλακτικές εκδοχές, οπτικές και αφηγήματα» (σ. 26). Τώρα αναγνωρίζω πως αυτή η ακαδημαϊκή διατύπωση πράγματι δεν είναι αρκετή σε ένα βιβλίο που εκ των πραγμάτων απευθύνεται σε ευρύ κοινό, συμπεριλαμβανομένων αναγνωστών άσχετων ή και κακοπροαίρετων. Χρειαζόταν σίγουρα αναλυτικότερος σχολιασμός, αλλά και υποσημειώσεις με την αποκατάσταση των πραγματολογικών λαθών της, όπως το ότι ο Λαλιώτης δεν ήταν «κουρεμένος με την ψιλή» που ορθά επισημαίνεται.

Δεν είχα την παραμικρή πρόθεση να αφήσω κάποια αιχμή «συκοφαντίας» να αιωρείται. Δημοσίευσα τη μαρτυρία για να ληφθεί υπόψη γι’ αυτό ακριβώς που είναι: μια αφήγηση τόσο εξόφθαλμα προκλητική και στρατευμένη στην «άλλη όχθη» που, από ερευνητική σκοπιά, γίνεται χρήσιμη ως μελέτη περίπτωσης για το πώς συγκροτείται ιδεολογικά η μνήμη ενός αμετανόητου αξιωματικού της χούντας, αποκαλυπτικό της ακροδεξιάς απόπειρας για μηδενισμό ή «αναθεώρηση» της ιστορίας του Πολυτεχνείου.

Από τις πρώτες κιόλας συνεντεύξεις, φαντάστηκα ότι ένα τέτοιο βιβλίο πρέπει να παραμείνει «ζωντανό», για όσο διαρκέσει ο εκδοτικός βίος του. Να εμπλουτίζεται συνεχώς με κριτικές παρατηρήσεις, θετικές και αρνητικές, με διάλογο που θα βοηθά στη διασταύρωση ισχυρισμών και γεγονότων, αλλά με νέες βιωματικές μαρτυρίες, που θα αντλούν το κίνητρό τους από το παρόν βιβλίο.

Κλείνοντας, θα ήθελα να συμπληρώσω κάτι σε προσωπικό τόνο. Η εννιάχρονη ενασχόλησή μου με την προφορική, βιωματική ιστορία του Πολυτεχνείου δεν είναι ένα ψυχρό ακαδημαϊκό εγχείρημα. Αντλείται από έναν βαθύ, ειλικρινή και ανυπόκριτο σεβασμό σε ανθρώπους που εκείνη την εποχή έπαιξαν κυριολεκτικά το κεφάλι τους, μεταξύ των οποίων ο Κυριάκος Σταμέλος (που πριν φύγει από τη ζωή μού έκανε την τιμή να μου δώσει τη μαρτυρία του) και φυσικά ο Κώστας Λαλιώτης, ο οποίος για μένα θα είναι για πάντα ο άνθρωπος που περιγράφουν τα δύο παρακάτω αποσπάσματα που επίσης περιλαμβάνονται στο βιβλίο: «Ητανε κάτω ο Λαλιώτης και κάποιοι άλλοι στο θυρωρείο της Πατησίων.

Είχανε έρθει τα τανκς κι είχαν σταθεί μπροστά […]. Πήδηξε τα κάγκελα και βγήκε. Και τον συλλάβανε. Δεν ήταν εύκολο να το κάνεις αυτό, ήθελε αρχίδια μεγάλα. Εδειξε μεγάλη παλληκαριά, κι αυτός και ο Κυριάκος ο Σταμέλος» (Σταύρος Λυγερός, σ. 391). «Ο Κώστας στο Πολυτεχνείο απέδειξε έναν ηρωισμό εκπληκτικό, έκανε τη διαπραγμάτευση μαζί με τον Κυριάκο τον Σταμέλο. Συνελήφθη και βασανίστηκε πολύ (ΕΣΑ πήγε κι αυτός), έπαθε ολική αμνησία απ’ τα βασανιστήρια, νοσηλεύτηκε σε στρατιωτικό νοσοκομείο… Ανακρινότανε και για εμένα, επειδή ήξερε πού θα κρυφτώ γιατί ήμασταν κολλητοί φίλοι (εγώ άλλαξα 22 σπίτια μετά το Πολυτεχνείο μέχρι τη Μεταπολίτευση, ο Κώστας τα ήξερε τα σπίτια). Θα είχα συλληφθεί αν με είχε πει. Αλλά δεν είπε τίποτα» (Μιχάλης Σαμπατακάκης, σ. 583).