Σε κρίσιμη καμπή ο διάλογος Πολιτείας – Εκκλησίας. Η σταθερή άρνηση της Ιεράς Συνόδου να συζητήσει το μισθολογικό, όπως προκύπτει από τη χθεσινή ομόφωνη απόφασή της, δημιουργεί τελεσίγραφα και απαιτεί καθοριστικές αποφάσεις από την κυβέρνηση για τη συνέχιση του διαλόγου που θέλησε ν’ ανοίξει.
«Η Ιεραρχία περιόρισε ασφυκτικά μέχρι πνιγμού το δικαίωμα της ελεύθερης συζήτησης στην επιτροπή διαλόγου», δήλωσε ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος στη συνεδρίαση, μεμφόμενος τους ιεράρχες για τον κίνδυνο το ναυάγιο του διαλόγου να συμπαρασύρει όλα τα υπόλοιπα σοβαρά θέματα που «έχουν καταστεί γάγγραινα στο σώμα της Εκκλησίας και επομένως και του λαού μας».
Σήμερα αναμένεται να ανακοινωθεί το επίσημο τελικό κείμενο της απόφασης η οποία, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν είναι παρά η επιβεβαίωση της θέσης της Συνόδου όπως αυτή εκφράστηκε στη θυελλώδη αλλά καθοριστική συνεδρίαση της 16ης Νοεμβρίου 2018.
Δηλαδή, να συνεχιστεί ο διάλογος με την Πολιτεία αλλά «επί θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος» και όχι για το μισθολογικό, καθώς η απόφαση τότε και τώρα είναι: «Να εμμείνει στο υφιστάμενο καθεστώς η μισθοδοσία των Κληρικών και των λαϊκών υπαλλήλων της Εκκλησίας της Ελλάδος».
Το φρένο που επιχειρεί να βάλει η Ιερά Σύνοδος στη συζήτηση δεν σταματά εκεί. Σύμφωνα, πάντα, με τις ίδιες πληροφορίες, υπήρξαν απόψεις βάσει των οποίων πρέπει να μπει ένα πιο περιοριστικό πλαίσιο ακόμα και για τα υπόλοιπα ζητήματα του διαλόγου (περιουσιακό, οργανικές κ.ά.). Είναι πολύ πιθανό, μάλιστα, να εκφραστούν στο σημερινό τελικό κείμενο δρομολογώντας έτσι ακόμη πιο δραματικές εξελίξεις.
Είναι προφανές πως η Ιερά Σύνοδος επιχειρεί να θέσει νέους, αυστηρότερους όρους στη διαβούλευση και η θέση της κυβέρνησης θα κρίνει την τελική έκβαση, η οποία σαφώς και δεν πρέπει να θεωρείται ευνοϊκή για την Πολιτεία μετά την ανελαστική στάση της Εκκλησίας.
Μπροστά στο ναυάγιο
Ο διάλογος αντιμετωπίζει άμεσα τον κίνδυνο του ναυαγίου, το οποίο δεν θα συμπαρασύρει μόνο τις επιδιώξεις της Πολιτείας –εκτός κι αν συνεχιστεί κουτσός– αλλά και πολλά ακανθώδη ζητήματα που δεν έχουν προλάβει καν να απλωθούν στο τραπέζι. Αυτήν ακριβώς την επισήμανση έκανε και ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, χθες, κατά την εισήγησή του.
Είπε χαρακτηριστικά: «Προσωπικά πιστεύω ότι ο καρπός αυτών των συνεδριάσεων δεν είναι ανάλογος με τους κόπους της Επιτροπής. Είναι πολύ λίγος και πτωχός. Την ευθύνη όμως, αν κρίνουμε δίκαια, δεν φέρει η Επιτροπή αλλά το σώμα της Ιεραρχίας μας, που περιόρισε ασφυκτικά μέχρι πνιγμού το δικαίωμα της ελεύθερης συζήτησης και των άλλων πτυχών του θέματος, όπως εκείνο των οργανικών θέσεων των κληρικών μας και της εκκλησιαστικής περιουσίας μετά το έτος 1952.».
Συνεχίζοντας με καυστική γλώσσα υπέδειξε στους διαφωνούντες: «Επιμένω και θέλω να πληροφορηθούμε μέσα από αυτόν τον διάλογο την αντιμετώπιση εκκρεμών θεμάτων που έχουν καταστεί γάγγραινα στο σώμα της Εκκλησίας και επομένως και του λαού μας. Η αποστολή μας δεν είναι μόνο η ενασχόλησις με τα παλαιά, το παρελθόν, ούτε μόνον με τα σημερινά μας, το παρόν, αλλά κυρίως με εκείνα που έρχονται, το μέλλον. Αυτά, όσα απέμειναν, που μας άφησαν οι πατέρες μας. Πέτρες, χώμα, υλικά αγαθά, να τα κάνουμε πνεύμα. Πνεύμα που θα διοργανώσει μία ελεύθερη διοικητικά Εκκλησία, που θα ανακουφίσει όσους υποφέρουν. Το όραμά μας να υλοποιηθεί».
