Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τις επόμενες μέρες το Πολυμελές Πρωτοδικείο της Αθήνας θα κληθεί να εξετάσει την αγωγή που έχει υποβάλει η Αννα Διαμαντοπούλου στον Αντώνη Λιάκο.

Η πρώην υπουργός και πρώην επίτροπος στην Ε.Ε. αποδίδει στον καθηγητή την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφήμησης και ζητά 100.000 ευρώ για την «ηθική βλάβη» που υπέστη.

Αφορμή, ήταν μια ανάρτηση του εναγομένου στη σελίδα του στο facebook (fb) στις 24.11.2017, όπου χωρίς να κατονομάζεται η ενάγουσα, αναπαραγόταν η είδηση, που είχε δημοσιευτεί σε πολλά μέσα, ότι το όνομά της περιλαμβανόταν στον κατάλογο των «Paradise Papers».

Μετά τη διάψευση της Α. Διαμαντοπούλου, ο Α. Λιάκος δημοσίευσε άρθρο στην «Εφ.Συν.» (6.12.2017), με το οποίο ενημέρωνε τους αναγνώστες του σχετικά με την εσφαλμένη πληροφορία, εξηγούσε από ποιες δημοσιευμένες πηγές οδηγήθηκε σ’ αυτήν και απλώς διαμαρτυρόταν για την απειλή προσφυγής στη Δικαιοσύνη από την γνωστή πολιτικό.

Η υπόθεση θα είχε λήξει σ’ αυτό το σημείο, αλλά η Α. Διαμαντοπούλου επανήλθε με εξώδικο προς τον Α. Λιάκο (7.12.2017), με το οποίο του ζητούσε «να ανακαλέσει εγγράφως τον όποιο ισχυρισμό για την προσαπτόμενη στο πρόσωπό μου εμπλοκή και σύνδεσή μου με τα Paradise και τα Panama Papers».

Εντός της διορίας που έθετε το εξώδικο, ο Α. Λιάκος το δημοσίευσε αυτούσιο στη σελίδα του στο fb (11.12.2017) συνοδεύοντάς το με μια σαφή δήλωση: «Για την άρση κάθε αμφιβολίας σε σχέση με το υποθετικό ερώτημα που έθεσα σε παλαιότερη ανάρτησή μου στο fb επαναλαμβάνω αυτό που ήδη ανέφερα σε άρθρο μου στην “Εφ.Συν”, κατόπιν διάψευσης εκ μέρους της, ότι δηλ. δεν είναι εκείνη που αναφέρεται στα Paradise Papers».

Ούτε αυτό όμως ήταν αρκετό για την κ. Διαμαντοπούλου, η οποία κατέθεσε τελικά και αγωγή, στην οποία, για να ξεπεράσει το γεγονός ότι η διάψευσή της έχει γίνει αποδεκτή και έχει δημοσιευτεί από τον εναγόμενο, στέκεται σε δύο επιχειρήματα:

1. «[Ο εναγόμενος] αποδέχεται, από καθέδρας, τη διάψευσή μου ότι δεν είμαι εγώ το πρόσωπο που αναφέρεται στα Paradise Papers, ενώ του έχει επισημανθεί ότι το όνομα “Αννα Διαμαντοπούλου” δεν υπάρχει πουθενά στα Paradise Papers».

Σε άλλο σημείο της αγωγής η ενάγουσα αναφέρει ότι αυτό το όνομα είχε δημοσιευτεί στον κατάλογο των Panama Papers το 2016 και τότε είχε διαψεύσει ότι επρόκειτο για εκείνην.

2. «[Ο εναγόμενος] σε καμιά περίπτωση δεν διανοείται να ζητήσει συγγνώμη».

Το πρώτο επιχείρημα είναι κάπως ακατανόητο. Πώς είναι δυνατόν να διαμαρτύρεται η κ. Διαμαντοπούλου για το αν το όνομα μιας άλλης Διαμαντοπούλου περιλαμβάνεται σε οιαδήποτε λίστα;

Από τη στιγμή που ο κ. Λιάκος ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται για εκείνην, ποιος είναι ο λόγος να υπερασπίζεται την άγνωστη σ’ αυτήν συνεπώνυμή της;

Προφανώς εδώ υπονοείται δόλος του εναγόμενου και σκόπιμη σύγχυση μεταξύ των δύο καταλόγων (Panama και Paradise). Αλλά ποιος κάνει αυτή τη σύγχυση;

Η ίδια η βασική πηγή που παραπλάνησε εξαρχής τον Α. Λιάκο, η ηλεκτρονική εφημερίδα «Lifo» (www.lifo.gr), η οποία δημοσίευσε στις 17.11.2017 τη σχετική λίστα, προβάλλοντας το όνομα της Α. Διαμαντοπούλου μαζί με επτά άλλα γνωστά ονόματα (Μαρέβα Γκραμπόφσκι, Ιωάννης Αλαφούζος, Γιάννης Βαρδινογιάννης, Βίκτωρ Ρέστης, Σωκράτης, Ελένη και Πέτρος Κόκκαλης).

Σε αυτήν όχι μόνο δεν υπέβαλε μήνυση ή αγωγή η Α. Διαμαντοπούλου, αλλά την επιστολή της με την παράκληση να σβηστεί το όνομά της τη συνοδεύει με επαινετικά σχόλια («η έγκριτη και δημοφιλής ιστοσελίδα σας»), ενώ και η κατάληξή της είναι κολακευτική («με τη βεβαιότητα της τήρησης της δεοντολογίας και φιλικούς χαιρετισμούς»).

Και ναι μεν η «Lifo» αφαίρεσε το όνομα από το εισαγωγικό του σχετικού κειμένου, αλλά το διατηρεί μέχρι και σήμερα στον κατάλογο.

Και μπορεί δίπλα στο «Anna Diamantopoulou, Greece» να σημειώνεται «Panama Papers», αλλά o κατάλογος φέρει τον γενικό (και μεγάλο) τίτλο «Paradise Papers: Δείτε όλα τα ονόματα από την Ελλάδα» (τελευταία ανάκτηση 17.2.2017).

Αυτό, δηλαδή, που εξακολουθεί να καταλογίζει στον Α. Λιάκο η Α. Διαμαντοπούλου μετά τη δημόσια αναπαραγωγή από αυτόν της διάψευσής της, είναι κάτι που εξακολουθεί να κάνει η ιστοσελίδα, την οποία η πολιτικός θεωρεί «έγκριτη», «δημοφιλή» και πιστή στη «δεοντολογία».

Η πολιτική αγωγή της κυρίας Διαμαντοπούλου

Ο λόγος είναι ότι ακόμα και σήμερα, αν καταφύγει κανείς στην επίσημη πηγή των σχετικών καταλόγων, τη γνωστή δηλαδή International Consortium of Investigative Journalists (ICIJ), την οποία επικαλείται και η κ. Διαμαντοπούλου, και αναζητήσει αναφορές γι’ αυτό το όνομα, θα βρει δυο καταγραφές, μία από τα Panama και μία από τα Paradise Papers.

Περί «συγγνώμης»

Η πολιτική αγωγή της κυρίας Διαμαντοπούλου

Τι μένει; Μένει το δεύτερο επιχείρημα, ότι δηλαδή ο καθηγητής «δεν ζήτησε συγνώμη» από την πολιτικό.

Αλλά ο νόμος (κυρίως το άρθρο 57 ΑΚ, περί «προσβολής προσωπικότητας») προβλέπει «αποκατάσταση» (η οποία ολοκληρώθηκε με την υιοθέτηση από τον εναγόμενο της διάψευσης) και όχι «συγγνώμη» (η οποία είναι μια ηθική ή θεολογική κατηγορία που εκφεύγει των σύγχρονων κανόνων δικαίου).

Πώς να ερμηνεύσουμε αυτή την επιπρόσθετη απαίτηση της Α. Διαμαντοπούλου, καθώς και τη διαφορετική μεταχείριση που επιφυλάσσει στην πηγή της εσφαλμένης πληροφορίας, δηλαδή την ιστοσελίδα «Lifo» και σε εκείνον που την αναπαρήγαγε;

Οπως προκύπτει τόσο από την αρχική απάντηση και το εξώδικο της κ. Διαμαντοπούλου, αλλά κυρίως από την εκτενή αγωγή της, η υπόθεση έχει καθαρά πολιτικό υπόβαθρο και αφορά την αντίθεση του εναγόμενου στον νόμο για την οργάνωση της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης που είχε περάσει ως υπουργός Παιδείας η Α. Διαμαντοπούλου.

Οπως γράφει στην αγωγή της, «η έντονη κριτική στο νόμο αυτό προήλθε από θορυβώδεις μειοψηφίες, προερχόμενες κυρίως από τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ και από συγκεκριμένες περιπτώσεις καθηγητών, όπως εν προκειμένω ο εναγόμενος».

Και σαν να μην έφτανε αυτό, η αγωγή ενσωματώνει ένα ολόκληρο άρθρο του δημοσιογράφου Μανόλη Καψή, στο οποίο γίνεται σαφές ότι πρόκειται για μια πολιτική αντιπαράθεση, εφόσον στον εναγόμενο αποδίδεται σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ και ειδικά με τον τέως υπουργό Παιδείας Νίκο Φίλη.

Αν μάλιστα ρίξει κανείς μια ματιά στα σχόλια που φιλοξενεί η Α. Διαμαντοπούλου στη σελίδα της στο fb, θα συναντήσει δεκάδες βιτριολικές αναρτήσεις με καθαρά πολιτικές ή ιδεολογικές αναφορές.

Ηδη κάτω από την αρχική της ανάρτηση, επώνυμοι υποστηρικτές της πρώην υπουργού δεν διστάζουν να αντιπαρατεθούν στον κ. Λιάκο, χαρακτηρίζοντάς τον «ψεκασμένο», «μαθητή του Γκέμπελς», «πολιτικό σκουπίδι» και «μέλος συμμορίας», κατηγορώντας τον ότι πάσχει από «πολιτικό Αλτσχάιμερ» και εισηγούμενοι «αυτομαστίγωμα».

Πολιτική αντιπαράθεση

Δεν έχει άραγε δικαίωμα η Α. Διαμαντοπούλου να υπερασπίζεται τη θητεία της στο υπουργείο Παιδείας και να αντιπαρατίθεται δημόσια με αυτούς που θεωρεί πολιτικούς της αντιπάλους; Ασφαλώς και έχει. Και δικαίωμα και υποχρέωση. Μόνο που οι αίθουσες των δικαστηρίων δεν είναι ο τόπος όπου μπορούν να επιλυθούν οι όποιες πολιτικές διαφορές.

Η ειρωνεία της τύχης είναι ότι η κυρία Διαμαντοπούλου ανήκει σε έναν πολιτικό χώρο, ο οποίος έχει δοκιμαστεί από παρόμοιες πρακτικές.

Την περίοδο 1999-2000 η χώρα είχε συνταραχθεί από βιομηχανία αγωγών τις οποίες είχε εξαπολύσει εναντίον εφημερίδων και αρθρογράφων ένα «Δίκτυο» εθνικοφρόνων πολιτευτών.

Στις ενέργειες αυτές είχε αντιταχθεί το σύνολο του πολιτικού κόσμου της χώρας, από τον τότε πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη ώς τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ο οποίος είχε μάλιστα ζητήσει από την κυβέρνηση «να προστατεύσει τη Δικαιοσύνη από τη χρησιμοποίησή της ως μέσου “επιλύσεως” ιδεολογικών και πολιτικών διαφορών».

Το καλοκαίρι του 1999 είχε δημοσιευτεί μια σχετική ανακοίνωση διανοουμένων της Κεντροδεξιάς, της Σοσιαλδημοκρατίας και της Αριστεράς που έχει μείνει ως «δήλωση των 120».

Μεταξύ εκείνων που υπογράφουν βρίσκεται και ο Α. Λιάκος, ενώ, κρίνοντας από τα ονόματα, θα βρισκόταν και το όνομα της Α. Διαμαντοπούλου στη λίστα, αν εκείνη την περίοδο δεν ετοιμαζόταν να αναλάβει τα καθήκοντα της επιτρόπου στην Ε.Ε.

Από τότε έχουν περάσει πολλά χρόνια. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε την Ελλάδα για κάποιες από τις αποφάσεις δικαστηρίων που βγήκαν σε τέτοιου είδους αγωγές, ενώ και η συντεταγμένη πολιτεία αναγνώρισε το πρόβλημα και προχώρησε σε τροποποίηση της νομοθεσίας, προκειμένου να μη γίνεται κατάχρηση.

Η στενάχωρη αυτή υπόθεση μας δίνει όμως την αφορμή και για ορισμένες άλλες σκέψεις. Από τη φύση του, ο κόσμος της διαδικτυακής ανταλλαγής πληροφοριών έχει ορισμένα νέα χαρακτηριστικά σε σχέση με τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης.

Η ευκολία της αναπαραγωγής των ειδήσεων, η δυνατότητα ανωνυμίας των χρηστών, η υποτίμηση της διασταύρωσης των πληροφοριών, έχει καταφέρει πλήγμα στην αξιοπιστία του μέσου.

Αλλά αυτό είναι γνωστό στους πάντες. Και όποιος αντλεί πληροφορίες από το διαδίκτυο, είναι εκτεθειμένος σ’ αυτές τις αδυναμίες.

Από την άλλη πλευρά, το ίδιο το διαδίκτυο δίνει τη δυνατότητα άμεσης απάντησης, διάψευσης και αντιπαράθεσης, ακόμα και στον ίδιο χώρο (λ.χ. τη σελίδα στο fb), διευκολύνοντας την αποκατάσταση της όποιας βλάβης.

Αυτές πάντως οι δεδομένα χαμηλές απαιτήσεις αξιοπιστίας του διαδικτύου έχουν γίνει αφορμή διεθνώς για μια βιομηχανία αγωγών από μεγάλες εταιρείες σε απλούς χρήστες, κάτι που θεωρείται ότι θέτει σε κίνδυνο την ελευθερία έκφρασης στα νέα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η σχετική βιβλιογραφία είναι πλούσια. Αναφέρω ενδεικτικά τη μελέτη της Lyrissa Barnett Lidsky «Silencing John Doe: Defamation & Discourse in Cyberspace» (στο «Duke Law Journal», τ. 49, τχ. 4, Φεβρουάριος 2000), όπου περιγράφεται ο κίνδυνος για τη διαφύλαξη της συνταγματικής Πρώτης Τροπολογίας από αυτή την κατάχρηση αγωγών στις ΗΠΑ.

Νομίζω ότι σε όφελος του δημόσιου διαλόγου στην Ελλάδα θα ήταν να αναλογιστούν όλες οι πλευρές τις συνέπειες από την ανάμιξη της Δικαιοσύνης σε παρόμοιες υποθέσεις που έχουν σαφές πολιτικό υπόστρωμα.