Παρουσιάστηκε το βράδυ της Δευτέρας στον ΣΚΑΪ, το νέο επεισόδιο του ντοκιμαντέρ «Στο Χιλιοστό», των Ελένης Βαρβιτσιώτη και Βικτώριας Δενδρινού, για τις δραματικές εξελίξεις του 2015, μέσα από τις αφηγήσεις προσώπων που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις.
Υπενθυμίζεται ότι από το ντοκιμαντέρ απουσιάζουν οι δηλώσεις δύο εκ των πρωταγωνιστών: του τότε πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και του πρώην υπουργού Οικονομικών, Γιάνη Βαρουφάκη.
Το ΔΝΤ στο επίκεντρο
Στο νέο επεισόδιο καταγράφεται το παρασκήνιο του 2010, όταν το ΔΝΤ γνώριζε ότι το ελληνικό χρέος δεν ήταν βιώσιμο αλλά επέβαλε μια εξοντωτική λιτότητα για να διασώσει τις γαλλικές και γερμανικές τράπεζες, μέχρι την περίοδο του 2015 και το απόρρητο σχέδιο των 139 σελίδων για ένα Grexit.
Αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, κυριαρχούσε η πεποίθηση ότι η διεθνής οικονομία είχε εισέλθει σε μια εποχή μόνιμης σταθερότητας. Ο Τόμας Βίζερ, πρώην επικεφαλής του EuroWorking Group, περιγράφει πώς για μεγάλο διάστημα είχε καλλιεργηθεί η εντύπωση μιας λεγόμενης “Goldilocks” περιόδου για την παγκόσμια οικονομία: χαμηλή μεταβλητότητα, περιορισμένες κρίσεις και η αίσθηση ότι η σταθερότητα είχε αποκτήσει σχεδόν μόνιμο χαρακτήρα. Αυτή η αντίληψη ενίσχυσε την ιδέα ότι οι αγορές μπορούσαν να αυτορρυθμιστούν, καθιστώντας περιττό τον ρόλο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Η χρηματοπιστωτική κρίση που ακολούθησε ανέτρεψε βίαια αυτή την πεποίθηση και επανέφερε το ΔΝΤ στο επίκεντρο της παγκόσμιας οικονομικής διαχείρισης. Ο τότε επικεφαλής του οργανισμού, Ντομινίκ Στρος-Καν, σύμφωνα με τον Βίζερ, είδε στη συγκυρία αυτή μια ευκαιρία επανατοποθέτησης του Ταμείου στον διεθνή του ρόλο. Ο ίδιος ο Στρος-Καν εξηγεί τον τρόπο λειτουργίας του ΔΝΤ, τονίζοντας ότι το Ταμείο δεν λειτουργεί ως «αστυνομικός», αλλά ως «γιατρός». Όπως σημειώνει, ο ρόλος του δεν είναι να παρεμβαίνει μονομερώς σε μια χώρα, αλλά να ανταποκρίνεται σε αίτημα βοήθειας από την ίδια την κυβέρνηση που βρίσκεται σε κρίση.
Αναφερόμενος στην ελληνική κρίση, ο Στρος-Καν θυμάται την επικοινωνία του με τον τότε πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου, υπογραμμίζοντας ότι το ΔΝΤ ήταν έτοιμο να συνδράμει, ωστόσο η Ελλάδα βρισκόταν εντός της Ευρωζώνης, γεγονός που περιόριζε τις δυνατότητες διαχείρισης της κρίσης σε εθνικό επίπεδο. Σύμφωνα με τον ίδιο, στην αρχική φάση της κρίσης, καμία ευρωπαϊκή χώρα-μέλος δεν ήταν πραγματικά υπέρ της εμπλοκής του ΔΝΤ. Επικρατούσε η αντίληψη ότι επρόκειτο για μια εσωτερική ευρωπαϊκή υπόθεση, η οποία θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, χωρίς εξωτερική παρέμβαση.
Ο Βίζερ, από την πλευρά του, αναφέρει ότι ακόμη και στο Βερολίνο υπήρχε διχογνωμία ως προς τη συμμετοχή του ΔΝΤ στα ευρωπαϊκά προγράμματα στήριξης. Ο τότε υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αρχικά εμφανιζόταν αντίθετος στην εμπλοκή του Ταμείου, υποστηρίζοντας ότι το ζήτημα ήταν καθαρά ευρωπαϊκό και ότι η Ευρώπη διέθετε την ισχύ να το αντιμετωπίσει αυτόνομα.
Ωστόσο, ο Βίζερ σημειώνει ότι σε πιο πρακτικό επίπεδο, ορισμένοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι είχαν ήδη εμπειρία στη διαχείριση προγραμμάτων στήριξης κρατών, αντίστοιχων με εκείνα που εφαρμόζει το ΔΝΤ εδώ και δεκαετίες. Αυτή η εμπειρία, όπως αναφέρει, οδήγησε σταδιακά σε μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση απέναντι στην ανάγκη εμπλοκής του Ταμείου.
Σύμφωνα με τον Τζέφρι Φρανκς, επικεφαλής ευρωπαϊκού γραφείου ΔΝΤ 2015-2019, υπήρξε έντονη εσωτερική συζήτηση γύρω από τη διαχείριση της ελληνικής κρίσης και τη συμμετοχή του ΔΝΤ. Όπως σημειώνει, η κυρίαρχη άποψη δεν έβλεπε το πρόβλημα ως αποκλειστικά ελληνικό, αλλά ως ζήτημα συνολικής σταθερότητας της Ευρωζώνης. «Δεν ήταν μόνο η Ελλάδα», αναφέρει χαρακτηριστικά. «Ήταν η Ευρωζώνη συνολικά. Ήταν το ζήτημα της μετάδοσης, της αποτροπής ενός ντόμινο που θα μπορούσε να ξεκινήσει από την Ελλάδα, να περάσει στην Πορτογαλία, στην Ισπανία και τελικά να φτάσει στην Ιταλία, με δυνητικά τεράστιες συνέπειες».
Ο Ντομινίκ Στρος-Καν υποστηρίζει ότι χωρίς τη συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα θα είχε βρεθεί αντιμέτωπο με κατάρρευση. «Πιστεύω πραγματικά ότι χωρίς το ΔΝΤ, όλο το σύστημα θα είχε καταρρεύσει», αναφέρει χαρακτηριστικά. Σε ερώτηση για το αν υπήρχε βασική προϋπόθεση για τη συμμετοχή του Ταμείου σε ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, η διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους, και αν το ελληνικό χρέος θεωρούνταν τότε βιώσιμο, η απάντηση που καταγράφεται είναι ότι αυτό αποτελούσε το κεντρικό ερώτημα. «Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα της βιωσιμότητας», σημειώνει ο Στρος Καν.
Στην ίδια συζήτηση, όταν τίθεται ευθέως το ερώτημα αν το ελληνικό χρέος ήταν τότε βιώσιμο, ο Τζέφρι Φρανκς απαντά κατηγορηματικά αρνητικά. «Ειλικρινά, νομίζω όχι», αναφέρει, προσθέτοντας ότι ακόμη και εντός του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου υπήρχε επίγνωση πως το ελληνικό χρέος πιθανότατα δεν ήταν βιώσιμο.
Ο Ντομινίκ Στρος-Καν επισημαίνει ότι η αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους στις ανεπτυγμένες οικονομίες είναι μια πολύ πιο σύνθετη διαδικασία, καθώς δεν περιορίζεται μόνο σε αριθμητικά δεδομένα. Όπως σημειώνει, το ζήτημα αφορά σε μεγάλο βαθμό την εμπιστοσύνη των αγορών και το κατά πόσο αυτές θα αντιδράσουν θετικά στα μέτρα που λαμβάνονται. «Η βιωσιμότητα του χρέους σε μια ανεπτυγμένη χώρα είναι πολύ πιο περίπλοκη. Δεν είναι απλώς θέμα αριθμών. Είναι θέμα εμπιστοσύνης. Το πώς θα αντιδράσουν οι χρηματοπιστωτικές αγορές στα μέτρα που λαμβάνονται. Και αυτό, στην πραγματικότητα, δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε με ακρίβεια», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ο Ντομινίκ Στρος-Καν υπενθυμίζει ότι το 2010, η παγκόσμια οικονομία βρισκόταν ακόμη υπό τη βαριά σκιά της κρίσης των subprime, με τους περισσότερους οικονομικούς και πολιτικούς ηγέτες να φοβούνται ένα σενάριο αντίστοιχο με τη Μεγάλη Ύφεση του 1929, με εκτεταμένη ανεργία και κατάρρευση επιχειρήσεων. Όπως σημειώνει, ένα από τα βασικά λάθη του 1929 ήταν η μη διάσωση των τραπεζών και η επιτρεπτή κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Σε ερώτηση για το κατά πόσο η καθυστέρηση της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους συνδεόταν με την ανάγκη στήριξης των ευρωπαϊκών τραπεζών, ο ίδιος απαντά με επιφύλαξη: «Θα έλεγα ναι και όχι. Ναι, γιατί εκείνη την περίοδο διακυβευόταν η επιβίωση πολλών τραπεζών». Όπως αναφέρει, οι αρχικές εκτιμήσεις έκαναν λόγο για ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης ύψους περίπου 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων παγκοσμίως, ενώ λίγους μήνες αργότερα οι υπολογισμοί αναθεωρήθηκαν προς τα πάνω. «Έξι μήνες μετά, καταλήξαμε ότι δεν ήταν 1 τρισεκατομμύριο, αλλά 2 τρισεκατομμύρια δολάρια που απαιτούνταν για να σταθεροποιηθεί το τραπεζικό σύστημα και να αποφευχθεί μια χρηματοπιστωτική κατάρρευση», σημειώνει χαρακτηριστικά.
«Οι τράπεζες πάνω από τον λαό»
Ο δημοσιογράφος των Financial Times, Πίτερ Σπίγκελ, αποδίδει έντονα πολιτικά κίνητρα στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε η διαχείριση της ελληνικής κρίσης. Όπως σημειώνει, η διαδικασία ήταν «εξαιρετικά ιδιοτελής και βαθιά πολιτική», υποστηρίζοντας ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο οδηγήθηκε στο να υπερβεί τους ίδιους του τους κανόνες.
Κατά τον ίδιο, μέρος της ευθύνης αποδίδεται στον τότε επικεφαλής του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος-Καν, ο οποίος -όπως λέει- αρχικά δεν επιθυμούσε την εμπλοκή. Ωστόσο, μεγαλύτερη ευθύνη αποδίδει σε Γερμανία και Γαλλία, υποστηρίζοντας ότι βασικό τους μέλημα ήταν η προστασία των τραπεζικών τους συστημάτων.
«Ήταν ένα bail-out τραπεζών και όχι των κρατών», αναφέρει χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι στην πράξη «τέθηκαν οι γερμανικές τράπεζες πάνω από τον ελληνικό λαό». Από την πλευρά του πάντως, ο τότε ισχυρός άνδρας του ΔΝΤ, υποστηρίζει ότι: «Το θέμα ήταν να σωθούν οι τράπεζες για να σωθεί ο κόσμος.»
Η αναδιάρθρωση του χρέους
Σε ερώτηση για το κατά πόσο μια αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους από την αρχή θα μπορούσε να έχει οδηγήσει σε ένα λιγότερο αυστηρό πρόγραμμα, ο Ντομινίκ Στρος-Καν απαντά ότι, πράγματι, εάν μια αναδιάρθρωση είχε καταστεί δυνατή στην αρχική φάση, το πρόγραμμα θα μπορούσε να είναι πιο ήπιο. Ωστόσο, όπως σημειώνει, δεν υπήρχε «μαγικό ραβδί» για την έξοδο από την κρίση χωρίς μια περίοδο λιτότητας. Όσο νωρίτερα γινόταν η αναδιάρθρωση, τόσο ηπιότερο θα μπορούσε να είναι το πρόγραμμα, όμως μια βιαστική κίνηση ενείχε και άλλους κινδύνους, τους οποίους έπρεπε να σταθμίσουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες.
Σε ερώτηση για το αν το αρχικό πρόγραμμα ήταν υπερβολικά αυστηρό και σχεδιασμένο να εφαρμοστεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ο ίδιος αναγνωρίζει τις δυσκολίες της περιόδου. «Αναλαμβάνω την ευθύνη σε κάποιο βαθμό», σημειώνει, προσθέτοντας ότι το ΔΝΤ ζήτησε μεταρρυθμίσεις σε χρονικό πλαίσιο που ήταν πιθανώς υπερβολικά σύντομο, ενώ από την άλλη πλευρά οι αλλαγές στην Ελλάδα θα μπορούσαν να είχαν υλοποιηθεί νωρίτερα.
Το κρίσιμο σφάλμα της υποτίμησης του σοκ
Παράλληλα, αναφέρεται και σε δεύτερο κρίσιμο σφάλμα στον σχεδιασμό των προγραμμάτων, από κοινού με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς: την υποτίμηση της έντασης με την οποία η ελληνική οικονομία θα αντιδρούσε στην προσαρμογή. Όπως επισημαίνει, το αρνητικό σοκ στην οικονομία αποδείχθηκε ισχυρότερο από το αναμενόμενο, γεγονός που συνέβαλε στη μεγαλύτερη διάρκεια της κρίσης και συνιστά, όπως λέει, ένα σημαντικό τεχνικό σφάλμα στον σχεδιασμό των προγραμμάτων.
Το έλλειμμα εμπιστοσύνης
Ο Κλάους Ρέγκλινγκ, επικεφαλής του ESM (2012-20122) υποστήριξε ότι στο δεύτερο μισό του 2014 η εικόνα της ελληνικής οικονομίας έδειχνε βελτίωση, προσθέτοντας ωστόσο ότι η πολιτική αβεβαιότητα άρχισε να επηρεάζει την πορεία του προγράμματος. Όπως αναφέρει, η ελληνική κυβέρνηση εισήλθε σε προεκλογική περίοδο, με αποτέλεσμα να υπάρξουν καθυστερήσεις στην εφαρμογή των δεσμεύσεων. Βασικά ορόσημα του προγράμματος δεν επιτεύχθηκαν, οι όροι της χρηματοδότησης δεν τηρήθηκαν και, κατά συνέπεια, οι εκταμιεύσεις δεν πραγματοποιήθηκαν.
Ο Ντάλιπ Σινγκ, αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών την περίοδο 2011–2017, περιγράφει ότι το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2014 η συζήτηση για το ελληνικό πρόγραμμα είχε πάψει να είναι καθαρά οικονομική και είχε μετατραπεί σε ζήτημα εμπιστοσύνης. Όπως σημειώνει, στο επίκεντρο βρισκόταν το κατά πόσο η Ελλάδα μπορούσε να θεωρηθεί αξιόπιστη στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων χωρίς πρόσθετη πίεση και πειθαρχία, όπως έλεγαν στο Βερολίνο. Την ίδια στιγμή είχε πέσει στο τραπέζι πρόταση για πιο στοχευμένο και περιορισμένο πακέτο μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, όπως αναφέρει, η αντίδραση των θεσμών ήταν αρνητική και ιδιαίτερα σκληρή.
«Μου είπαν ουσιαστικά, είσαι αφελής, σε χειραγωγούν», σημειώνει χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η στάση αυτή προερχόταν κυρίως από το ΔΝΤ, με αντίστοιχες επιφυλάξεις και από την ευρωπαϊκή πλευρά. Όπως περιγράφει, το βασικό επιχείρημα ήταν ότι τα δεδομένα είχαν ήδη ληφθεί υπόψη και ότι δεν υπήρχε λόγος να θεωρεί κανείς πως η ελληνική πλευρά θα απέδιδε καλύτερα σε ένα διαφορετικό πλαίσιο. Ο Ντάλιπ Σινγκ σημειώνει ότι η ελληνική κρίση είχε πάψει πλέον να είναι μια καθαρά τεχνική ή θεσμική διαδικασία και είχε αποκτήσει έντονα προσωπικό χαρακτήρα για όλους τους εμπλεκόμενους. Όπως αναφέρει, η κοινωνική και οικονομική επιβάρυνση στην Ελλάδα ήταν πλέον εμφανής, σε βαθμό που γινόταν άμεσα αντιληπτή ακόμη και με την άφιξη στη χώρα. «Είναι προφανές ότι τότε γίνεται προσωπικό για όλους στην Ελλάδα, όταν το ΔΝΤ επιβάλλει όρους που κάνουν την κατάσταση ακόμη πιο δύσκολη», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Από την πλευρά του, ο Πιερ Μοσκοβισί, Ευρωπαίος Επίτροπος οικονομικών υποθέσεων την περίοδο 2014-2019, υπογραμμίζει ότι η Κριστίν Λαγκάρντ, έχοντας διατελέσει υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, κατανοούσε ιδιαίτερα καλά την ελληνική περίπτωση. Όπως αναφέρει, αυτό συνέβαλε στο να υπάρξει μια πιο ευέλικτη προσέγγιση απέναντι στις απαιτήσεις του προγράμματος. Ο Πιερ Μοσκοβισί τονίζει ότι, πέρα από τις πολιτικές ηγεσίες και τους θεσμικούς συνομιλητές, καθοριστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις είχε και ο Πολ Τόμπσον, ο οποίος συμμετείχε συστηματικά στις συσκέψεις ακόμη και όταν η επικεφαλής του ΔΝΤ δεν ήταν παρούσα. Όπως σημειώνει, ο ίδιος διατηρούσε μια ιδιαίτερα αυστηρή στάση κατά τη διάρκεια των συζητήσεων.
Από την πλευρά του, ο Γιάννης Στουρνάρας επισημαίνει ότι υπήρξε έλλειμμα εμπιστοσύνης μεταξύ της ηγεσίας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου -όπως εκπροσωπούνταν από τον Πολ Τόμπσον εκείνη την περίοδο- και των ελληνικών αρχών. «Υπήρχε έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ της ηγεσίας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και των ελληνικών αρχών», σημειώνει, προσθέτοντας ότι η σχέση αυτή ήταν δύσκολη, ακόμη κι αν η προσπάθεια κατανόησης υπήρχε και από τις δύο πλευρές.
Η ένταση Ευρωπαίων και ΔΝΤ
Ο Τζέφρι Φρανκς σημειώνει ότι υπήρχε η αντίληψη πως οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, για πολιτικούς λόγους, ήταν συχνά πιο πρόθυμοι να θεωρούν ότι οι όροι των προγραμμάτων είχαν εκπληρωθεί, ακόμη και όταν αυτό αμφισβητούνταν από το ΔΝΤ, δημιουργώντας ένταση μεταξύ των θεσμών. Ο Τόμας Βίζερ περιγράφει ότι αυτή η διαφωνία έφτανε σε ορισμένες περιπτώσεις να παίρνει έντονο προσωπικό χαρακτήρα μεταξύ εμπλεκομένων. Σύμφωνα με τον Ντέκλαν Κοστέλο επρόκειτο για μια διαρκή ένταση μεταξύ του ΔΝΤ και των ευρωπαϊκών χωρών-πιστωτών, με βασικό διακύβευμα το ζήτημα ποιος θα πληρώσει.
Από την πλευρά του, ο Κλάους Ρέγκλινγκ επισημαίνει ότι το ΔΝΤ λειτουργεί με διαφορετικό μοντέλο δανεισμού σε σχέση με την Ευρώπη, η οποία μετακυλίει το χαμηλότερο δυνατό επιτόκιο στον δανειολήπτη, ενώ το Ταμείο εφαρμόζει υψηλότερα επιτόκια και, όπως σημειώνει, καταγράφει και κέρδη από τα δανειακά του προγράμματα. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα κέρδη από το ελληνικό πρόγραμμα εκτιμώνται σε περίπου 5 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου πέντε χρόνια λειτουργικού προϋπολογισμού του ΔΝΤ.
Οι συζητήσεις για Grexit
Ο Τόμας Βίζερ αναφέρει ότι ήδη από το 2012 είχε γίνει σαφές πως το ελληνικό πρόγραμμα δεν έλυνε τα θεμελιώδη προβλήματα της οικονομίας, με αποτέλεσμα το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη να θεωρείται πλέον πιθανό.
Ο Κλάους Ρέγκλινγκ υπογραμμίζει ότι κατά τον σχεδιασμό της νομισματικής ένωσης δεν είχε προβλεφθεί μηχανισμός εξόδου, προσθέτοντας ότι «πολύ γρήγορα συνειδητοποιήσαμε πόσο τεράστιες θα ήταν οι συνέπειες».
Ο Βίζερ αποκαλύπτει ότι σε απόλυτη μυστικότητα στελέχη του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και της Κομισιόν επεξεργάστηκαν λεπτομερές σχέδιο έκτακτης ανάγκης για πιθανό Grexit. «Το είχαμε δουλέψει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Ακόμη και ποιος θα έστελνε στρατιωτικά αεροπλάνα για να παραλάβουν εγκλωβισμένους τουρίστες», αναφέρει, σημειώνοντας ότι το σχέδιο είχε κωδική ονομασία «Ένταξη της Κροατίας στην ΕΕ.»
Ο Αντώνης Σαμαράς περιγράφει ότι, σε συνάντησή του στο Βερολίνο το 2012, του παρουσιάστηκε το σενάριο ύπαρξης “plan B” σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, το οποίο ο ίδιος απέρριψε κατηγορηματικά, ξεκαθαρίζοντας ότι μια τέτοια επιλογή δεν ήταν αποδεκτή. «Αυτή τη συζήτηση δεν την κάνουμε. Δεν υπάρχει περίπτωση να δεχθώ έξοδο από το ευρώ».
Ο Βίζερ σημειώνει ότι μια ελληνική έξοδος θα απαιτούσε προληπτική χρηματοδότηση που θα μπορούσε να φτάσει έως και το 1 τρισεκατομμύριο ευρώ. «Το 2012, είχαμε πολλά χρήματα. Είχαμε δημιουργήσει δίχτυ ασφαλείας της Ευρωζώνης, αλλά ένα τρισεκατομμύριο ευρώ σίγουρα δεν το είχαμε στη διάθεσή μας». Όπως αναφέρει, το ζήτημα τέθηκε σε ανώτατο επίπεδο και παρουσιάστηκε στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, σε συνάντηση στο Τόκιο, όπου μετά την ανάλυση εκείνος ρώτησε: «Είσαι πραγματικά βέβαιος;» και, λαμβάνοντας καταφατική απάντηση, ο Γερμανός ΥΠΟΙΚ απάντησε με ένα απλό «ΟΚ».
Ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ αναφέρει ότι το 2015, παρότι ο ίδιος αντιτασσόταν έντονα στο ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, δεν μπορούσε πλέον να αποκλείσει το σενάριο. «Δεν μπορούσα να αποκλείσω την πιθανότητα να δούμε την Ελλάδα εκτός ευρώ. Ήμουν πάντα αντίθετος σε αυτό, αλλά τότε είπα: αν συμβεί, πρέπει να είμαστε έτοιμοι», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Ο Μαργαρίτης Σχοινάς περιγράφει ότι, υπό αυτό το πλαίσιο, δόθηκε εντολή από τον πρόεδρο της Κομισιόν για την προετοιμασία ενός συνολικού “Plan B”, με στόχο την αποτύπωση όλων των πιθανών συνεπειών μιας εξόδου. Όπως αναφέρει, το σχέδιο κάλυπτε όχι μόνο οικονομικές παραμέτρους, αλλά και κρίσιμους τομείς όπως η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η ενέργεια και οι διασυνοριακοί έλεγχοι. «Ήταν ένα εφιαλτικό σενάριο», τονίζει χαρακτηριστικά.
Ο Τόμας Βίζερ υποστηρίζει ότι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο 2012 και το 2015 ήταν πως, στην πρώτη φάση της κρίσης, τόσο η ελληνική κυβέρνηση όσο και η μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας ήθελαν ξεκάθαρα την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση. «Το 2015 αρχίσαμε να έχουμε αμφιβολίες. Θέλει πραγματικά η ελληνική κυβέρνηση να παραμείνει εκεί όπου βρίσκεται;» αναφέρει χαρακτηριστικά.
Από την πλευρά του, ο Παναγιώτης Λαφαζάνης παραδέχεται ότι ένα ενδεχόμενο Grexit θα ενείχε σοβαρό ρίσκο, υποστηρίζει όμως ότι κάθε μεγάλη ιστορική αλλαγή συνοδεύεται από αναταράξεις. «Οτιδήποτε αλλάζει απότομα την πορεία μιας χώρας φέρνει αναστάτωση. Ακόμη και η Επανάσταση του 1821 είχε ρίσκο», σημειώνει.
Ο Γιώργος Σταθάκης υποστηρίζει ότι ούτε η ίδια η Ευρώπη διέθετε ένα πλήρως επεξεργασμένο και ρεαλιστικό σχέδιο για έξοδο χώρας από το ευρώ. Όπως αναφέρει, οι σχετικές μελέτες δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, καθώς οι συνέπειες ενός τέτοιου ενδεχομένου θεωρούνταν αδύνατο να εκτιμηθούν με ακρίβεια.
Ο Γιάννης Στουρνάρας περιγράφει με δραματικούς όρους τι θα σήμαινε μια έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. «Θα ήταν καταστροφή», τονίζει, εξηγώντας ότι η χώρα θα βρισκόταν αντιμέτωπη με αλυσιδωτές δυσλειτουργίες στην οικονομία και την καθημερινότητα: από την εισαγωγή καυσίμων και προϊόντων μέχρι τη λειτουργία επιχειρηματικών συμβολαίων και τη δυνατότητα των πολιτών να πραγματοποιούν συναλλαγές στο εξωτερικό.
To plan B
Ο Τόμας Βίζερ ανοίγει για πρώτη φορά το αρχείο του περιβόητου “Plan B” για πιθανή έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, παρουσιάζοντας χειρόγραφες σημειώσεις, έγγραφα και αναλύσεις. «Εδώ μέσα είναι το “Greece Plan B”», λέει χαρακτηριστικά, δείχνοντας ακόμη κι ένα χαρτί από εστιατόριο πάνω στο οποίο, όπως εξηγεί, σχεδίασε σε Έλληνα πολιτικό πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί μια χρεοκοπία και έξοδος από την Ευρωζώνη.
Το σχέδιο έφερε την κωδική ονομασία “Albanian contingency analysis and plan”, τίτλος που -όπως αποκαλύπτει ο Μάρτιν Βερβέι, επικεφαλής του Plan B το 2015, επιλέχθηκε σκόπιμα ως παραπλανητικό “καμουφλάζ”. Όπως εξηγεί, η ονομασία ήταν εμπνευσμένη από την ταινία “Wag the Dog”, στην οποία κατασκευάζεται ένας φανταστικός πόλεμος στην Αλβανία για αντιπερισπασμό της κοινής γνώμης. Το σχέδιο αριθμούσε περίπου 139 σελίδες και περιλάμβανε αναλυτικά σενάρια για στάση πληρωμών, διαχείριση εξόδου από το ευρώ, capital controls και εισαγωγή νέου νομίσματος.
Ο Βίζερ περιγράφει ότι οι συζητήσεις και η ανταλλαγή εγγράφων γίνονταν αποκλειστικά διά ζώσης, χωρίς emails ή ηλεκτρονική επικοινωνία. «Η ανταλλαγή emails για αυτά τα ζητήματα ήταν απαγορευμένη», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ο Μαργαρίτης Σχοινάς παραδέχεται ότι γνώριζε την ύπαρξη του σχεδίου, σημειώνοντας πως ακόμη και η προετοιμασία του δημιουργούσε τεράστια πίεση.
Σύμφωνα με τον Μάρτιν Βερβέι, το βασικό σενάριο προέβλεπε μετατροπή των τραπεζικών καταθέσεων σε νέο εθνικό νόμισμα και άμεση υποτίμηση της νέας δραχμής κατά 60% έως 80%. «Μιλάμε ουσιαστικά για κατάρρευση της αξίας του νομίσματος μέσα σε μία νύχτα», σημειώνει. Ο ίδιος προειδοποιεί ότι σε ένα τέτοιο σενάριο το ελληνικό χρέος θα μπορούσε να εκτιναχθεί ακόμη και στο 500%-600% του ΑΕΠ, καθιστώντας το πλήρως μη βιώσιμο.
Ο Βίζερ περιγράφει τις πιθανές συνέπειες με δραματικούς όρους: εκτόξευση του κόστους εισαγόμενων προϊόντων, από φάρμακα μέχρι καύσιμα και στρατιωτικό εξοπλισμό, κατάρρευση αποταμιεύσεων και αμφισβήτηση ακόμη και της καταβολής συντάξεων. «Θα ήταν όχι μόνο οικονομική, αλλά κοινωνική καταστροφή», τονίζει χαρακτηριστικά.
Από την πλευρά του, ο Κλάους Ρέγκλινγκ εκτιμά ότι το 2015 η Ευρωζώνη θα μπορούσε πλέον να αντέξει ένα Grexit χωρίς γενικευμένη μετάδοση της κρίσης. «Το πρόβλημα θα ήταν κυρίως η ίδια η Ελλάδα», αναφέρει.
Οι αποκαλύψεις για το σχέδιο εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ φτάνουν ακόμη και στο πρακτικό ερώτημα της δημιουργίας νέου νομίσματος. Σε ερώτηση για το πώς μπορεί να τυπωθεί ένα νέο εθνικό νόμισμα, ο Τόμας Βίζερ απαντά με χαρακτηριστική απλότητα: «Το να τυπώσεις νέο νόμισμα είναι εύκολο. Χρειάζεσαι μηχανές, χαρτί και μελάνι».
Ωστόσο, ο Μάρτιν Βερβέι εξηγεί ότι η πραγματική δυσκολία βρισκόταν στον χρόνο που απαιτούσε μια τέτοια διαδικασία. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ομάδας που επεξεργαζόταν το “Plan B”, η εκτύπωση επαρκούς ποσότητας νέου χρήματος θα χρειαζόταν περίπου οκτώ έως εννέα μήνες. «Το κρίσιμο ερώτημα ήταν τι θα συνέβαινε στο μεσοδιάστημα», σημειώνει. Όπως αποκαλύπτει, μεταξύ των σεναρίων που εξετάστηκαν ήταν ακόμη και η προσωρινή χρήση των ήδη υπαρχόντων χαρτονομισμάτων ευρώ, είτε με ειδική σφραγίδα είτε ακόμη και με διάτρηση, ώστε να μετατραπούν προσωρινά σε νέο εθνικό νόμισμα.
Σε ερώτηση για το ποιος θα πλήρωνε το μεγαλύτερο τίμημα ενός Grexit, ο Μάρτιν Βερβέι απαντά χωρίς περιστροφές: «Οι άνθρωποι στην Ελλάδα, προφανώς». Όπως σημειώνει, σε τέτοιες κρίσεις οι πιο ευάλωτοι πλήττονται πάντοτε περισσότερο από τους ισχυρούς και οικονομικά προστατευμένους. «Οι πιο αδύναμοι είναι αυτοί που πληρώνουν πιο βαριά το κόστος», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος επισημαίνει την ειρωνεία της περιόδου, σημειώνοντας ότι μια σύγκρουση γύρω από το πρόγραμμα στήριξης θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει ξανά την Ελλάδα… πίσω σε νέο πρόγραμμα. «Αυτή ήταν ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία όλης της υπόθεσης», τονίζει.
Είχε γίνει συζήτηση για το παράλληλο νόμισμα; Όπως λέει ο Νίκος Παππάς, υπουργός Επικρατείας 2015-2016, είχε γίνει μια συζήτηση πολύ επιδερμική.
