Oι πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις κορυφαίων στελεχών της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ γύρω από την άρνηση του υπουργού Δικαιοσύνης, Σταύρου Κοντονή, να συμμετάσχει στο χθεσινό «συνέδριο» στο Ταλίν της Εσθονίας για τα «εγκλήματα του κομμουνισμού» έδωσαν τον τόνο στην πολιτική συζήτηση των περασμένων ημερών.
Η «Εφ.Συν.» αναζήτησε τις τοποθετήσεις σημαντικών παραγόντων των δύο κομμάτων το 2006, όταν στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης προωθούνταν το λεγόμενο «αντικομμουνιστικό μνημόνιο».
Το συμπέρασμα που εξάγεται από τις αναφορές που δημοσιεύουμε στο τρέχον φύλλο είναι πως η σημερινή ηγεσία της Ν.Δ., αλλά και κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ έχουν κάνει μια πρωτοφανή στροφή, διαψεύδοντας όσα έλεγαν οι ίδιοι και τα κόμματά τους εκείνη την εποχή.
Τον Δεκέμβριο του 2005 και τον Ιανουάριο του 2006 η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης εξέτασε το κείμενο με τίτλο «Για την ανάγκη διεθνούς καταδίκης των εγκλημάτων των κομμουνιστικών καθεστώτων».
Η πρωτοβουλία ανήκε στον Σουηδό Γκόραν Λίντμπλαντ του συντηρητικού «Κόμματος Μετριοπαθών» (βρέθηκε χτες στην πρώτη σειρά των «επισήμων» στο Ταλίν). Ο Λίντμπλαντ έχει δηλώσει στο παρελθόν πως «μεγαλώνοντας στη Σουηδία, τόσο κοντά στη διαβολική Σοβιετική Αυτοκρατορία, ήμουν πάντα ενάντια στον κομμουνισμό».
Το δε κείμενό του υποστηρίχθηκε από το δεξιό ΕΛΚ (η Ν.Δ. ανήκει σε αυτό), άλλα δεξιά και φιλελεύθερα κόμματα, όπως και από σοσιαλδημοκράτες της Τσεχίας, της Ουγγαρίας και της Βαλτικής.
Το κείμενο προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις των εκπροσώπων όλου του φάσματος των προοδευτικών κομμάτων: ορισμένα κόμματα επιχείρησαν να τροποποιήσουν το κείμενο, άλλα -κυρίως κομμουνιστικά- απέρριψαν συνολικά την πρόθεση να υιοθετηθεί ένα τέτοιο «αντικομμουνιστικό μνημόνιο». Στην ψηφοφορία που διεξήχθη στις 25 Ιανουαρίου 2006, συμμετείχαν -σε σύνολο 317- 153 βουλευτές: υπερψηφίστηκε από 99, καταψηφίστηκε από 42, ενώ 12 απείχαν.
Το κείμενο, ύστερα από τις ενέργειες των κομμουνιστικών κομμάτων, δεν συγκέντρωσε την απαραίτητη ενισχυμένη πλειοψηφία, χαρακτηρίστηκε «μη συνιστώμενο», αλλά θεωρήθηκε «συμβολικό», μια και έδωσε τον τόνο της αντικομμουνιστικής υστερίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ολοι οι Ελληνες βουλευτές καταψήφισαν το «αντικομμουνιστικό μνημόνιο».
Η πρωτοβουλία της Παπαρήγα
Στην Ελλάδα την πρωτοβουλία των κινήσεων είχε το ΚΚΕ, ενώ η Αλέκα Παπαρήγα συναντήθηκε με τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κάρολο Παπούλια, αλλά και τον τότε πρωθυπουργό, Κώστα Καραμανλή, προκειμένου να τους ενημερώσει για το περιεχόμενο του κειμένου.
Είχαν πάντως υπάρξει έντονες καταγγελίες πως αποκλείστηκαν από τη συζήτηση αντιτιθέμενοι βουλευτές, ενώ ο «Ριζοσπάστης» σε ρεπορτάζ του ανέφερε: «“Την τελειωτική και ολοκληρωτική καταδίκη του κομμουνισμού και των κομμουνιστών” ζήτησε ο Σουηδός Γκόραν Λίντμπλαντ, ενώ σε έξαλλη κατάσταση ο [σ.σ. Ρώσος υπερεθνικιστής] Βλαντιμίρ Ζιρινόφσκι φώναζε: “Τι φοβάστε και δεν το ψηφίζετε; Φοβάστε τους Ελληνες; Ο Ζιουγκάνοφ [σ.σ. επικεφαλής του Κ.Κ. Ρωσικής Ομοσπονδίας] πρέπει να πάει φυλακή”».
Τι έγραφε το κείμενο
Το κείμενο αυτό ανέφερε μεταξύ άλλων πως:
- «Τα εγκλήματα (των κομμουνιστικών ολοκληρωτικών καθεστώτων) δικαιολογήθηκαν στο όνομα της θεωρίας της πάλης των τάξεων και της αρχής της δικτατορίας του προλεταριάτου».
- «Παρά τα εγκλήματα των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων, κάποια ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα έχουν συμβάλει στην επίτευξη της δημοκρατίας».
- «Οι πρωτεργάτες αυτών των εγκλημάτων δεν έχουν υποχρεωθεί σε δίκη από τη διεθνή κοινότητα, όπως στην περίπτωση με τα φρικτά εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο όνομα του εθνικού σοσιαλισμού (ναζισμού)».
- «Κομμουνιστικά κόμματα είναι νόμιμα και δραστήρια σε ορισμένες χώρες, ακόμα και αν σε ορισμένες περιπτώσεις δεν έχουν πάρει αποστάσεις από τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν».
- «[Καλούνται] όλα τα κομμουνιστικά ή μετα-κομμουνιστικά κόμματα στις χώρες-μέλη που δεν το έχουν κάνει ακόμα να επανεκτιμήσουν την ιστορία του κομμουνισμού και το ίδιο τους το παρελθόν».
Υπερβάλλων ζήλος
Οι συντάκτες του κειμένου πρότειναν μάλιστα στις Αρχές των χωρών, μεταξύ άλλων, να πραγματοποιήσουν «καμπάνια εθνικής ενημέρωσης για εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο όνομα της κομμουνιστικής ιδεολογίας, συμπεριλαμβανομένης της αναθεώρησης των σχολικών βιβλίων, την εισαγωγή μιας μέρας μνήμης για θύματα του κομμουνισμού και τη δημιουργία μουσείων», αλλά και να «ενθαρρύνουν τις τοπικές αρχές να ανεγείρουν μνημεία ως φόρο τιμής στα θύματα των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων».
Αυτές οι προτάσεις εφαρμόστηκαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και της Βαλτικής με «υπερβάλλοντα ζήλο». Είναι γνωστό πως τη θέση μνημείων προς τιμήν των μαχητών για την Αντιφασιστική Νίκη πήραν μνημεία για τους συμμετέχοντες σε στρατιωτικά τμήματα που πολέμησαν στο πλευρό του ναζιστικού στρατού.
ΑΛΛΑ (ΥΠ)ΕΓΡΑΦΑΝ ΤΟΤΕ, ΑΛΛΑ ΛΕΝΕ ΣΗΜΕΡΑ
Η αρθρογραφία στον «Ριζοσπάστη» και η υπογραφή Σαμαρά!
Ο «Ριζοσπάστης» το ίδιο διάστημα πραγματοποίησε εκτενή και πολυήμερα αφιερώματα στο πλαίσιο της καμπάνιας ενάντια στην υιοθέτηση του κειμένου.
Η εφημερίδα είχε μάλιστα φιλοξενήσει εκατοντάδες άρθρα και δηλώσεις κορυφαίων στελεχών όλων των κομμάτων, ανθρώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αγωνιστών, πανεπιστημιακών και καλλιτεχνών, καθώς και ανακοινώσεις συλλόγων και συνδικάτων.
Οι δε ευρωβουλευτές του ΚΚΕ είχαν συγκεντρώσει υπογραφές από συναδέλφους τους του ελληνικού Κοινοβουλίου, όπως τον Αντώνη Σαμαρά (!).
Στις σελίδες του «Ριζοσπάστη» φιλοξενήθηκαν μεταξύ άλλων άρθρα και τοποθετήσεις του Κώστα Σκανδαλίδη και του Βασίλη Κεγκέρογλου από το ΠΑΣΟΚ, του Θεόδωρου Καράογλου και του Αντώνη Μπέζα από τη Ν.Δ., καθώς και του Φώτη Κουβέλη, τότε στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ.
Πολύ πιο ενδιαφέρουσες ήταν ορισμένες από αυτές τις τοποθετήσεις, καθώς τόσο τα πρόσωπα που τις εξέφρασαν όσο και η ουσία των γραπτών αναδεικνύουν το πώς οι σημερινοί παράγοντες της πολιτικής ζωής αναιρούν πλήρως την εύλογη στάση των κομμάτων τους να καταψηφίσουν το «αντικομμουνιστικό μνημόνιο».
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (22/1/2006): «Πάντως είναι ανιστόρητο να επιχειρεί κάποιος να εξομοιώσει τα φαινόμενα του ναζισμού ή του φασισμού ή τα φαινόμενα των αυταρχικών δικτατοριών της Νοτίου Ευρώπης, με τον κομμουνισμό ως σύστημα σκέψης και ως σύστημα κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης. […] Το κείμενο αυτό είναι απαράδεκτο. […] Υπήρξαν δυστυχώς προβλήματα σε πολλές χώρες που μετά την πτώση των συστημάτων του υπαρκτού σοσιαλισμού επιχείρησαν να ποινικοποιήσουν αναδρομικά πολιτικές συμπεριφορές και στάσεις. Νομίζω ότι αυτό έχει οριστικά ξεπεραστεί».
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΓΚΑΛΟΣ (25/12/2005): «Οι στόχοι είναι πολλοί. Ο ένας είναι κυρίως της άκρας Δεξιάς, δηλαδή, αναθεώρηση της ευρωπαϊκής Ιστορίας, να ξαναγραφτεί η ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και να στιγματιστεί η Σοβιετική Ενωση, οι Ενοπλες Δυνάμεις της Σοβιετικής Ενωσης που έπαιξαν τεράστιο ρόλο και βεβαίως οι απανταχού κομμουνιστές […] Η άλλη προσέγγιση έχει πρακτικούς στόχους στις χώρες της πρώην Ανατολικής Ευρώπης, Τσεχία, Ουγγαρία κ.λπ., όπου οι δυνάμεις της Δεξιάς προσπαθούν να ταυτίσουν συνολικά την Αριστερά με ορισμένα λάθη του παρελθόντος».
ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ (22/1/2006): «Η ταύτιση, η εξίσωση και ο συμψηφισμός του φασισμού και του ναζισμού τόσο με τις ιδέες, τη διαδρομή, την παράδοση και το αξιακό φορτίο των κομμουνιστικών κομμάτων όσο και με την εξέλιξη των κρατικών μορφωμάτων και καθεστώτων του “υπαρκτού σοσιαλισμού” αποτελούν μια συνειδητή απόπειρα ανατροπής ορισμένων ιστορικών δεδομένων και ιστορικών αληθειών».
ΚΩΣΤΑΣ ΣΚΑΝΔΑΛΙΔΗΣ (8/1/2006): «Κανείς δεν μπορεί να ταυτίσει ιστορικά τον κομμουνισμό και τους αγώνες του με τις θηριωδίες του ναζισμού και με τη φασιστική ιδεολογία. Πρόκειται για μια ιστορική παραχάραξη».
ΦΩΦΗ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑ (25/12/2005): «Οταν ταυτίζουμε την κομμουνιστική ιδεολογία με τον ναζισμό, δεν προσβάλλουμε μόνο τους κομμουνιστές. Προσβάλλουμε γενιές και γενιές αγωνιστών για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα».
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ (25/12/ 2005): «Πιστεύουμε ότι όσες διαφορές κι αν υπάρχουν ιδεολογικές μέσα στη δημοκρατία, που είναι και η πεμπτουσία της δημοκρατίας, δεν επιτρέπεται να έχουμε κείμενα τα οποία, στην ουσία, μας διαχωρίζουν με τέτοιο τρόπο και που πολλά από τα γεγονότα που αναφέρονται πιθανόν και να μην είναι και αληθή και να μην αναφέρονται με ειλικρίνεια».
ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ (10/1/2006): «Αφήστε την Ιστορία που θα περάσει καιρός να διαμορφώσει την άποψη, ώστε να έχουμε μια πιο αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων».
