Μια κατάθεση υψηλόβαθμου στελέχους γαλλικής εταιρείας που δόθηκε στις εκεί δικαστικές αρχές πριν από έντεκα χρόνια και κάνει λόγο για χρηματισμό του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη για τη σύμβαση που αφορά την προμήθεια του συστήματος ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων, C4I, έχει μπει στο μικροσκόπιο της Εισαγγελίας κατά της Διαφθοράς.
Σύμφωνα με πληροφορίες, από το 2006 η ελληνική Δικαιοσύνη έχει λάβει γνώση της κατάθεσης του Michel Josserand, πρώην προέδρου της εταιρείας Thales Engineering & Consulting, η οποία είχε κερδίσει τη σύμβαση για τις φρεγάτες.
Η κατάθεση του Michel Josserand δόθηκε στη Γαλλία στο πλαίσιο δικαστικής έρευνας, μετά από καταγγελίες του για πρακτικές διαφθοράς από την Τhales Engineering & Consulting. Ο πρώην πρόεδρος της εταιρείας είχε αναφερθεί στις «παράνομες πληρωμές στον υπουργό Αμυνας για τις φρεγάτες», ωστόσο δεν έμεινε μόνο εκεί.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η εταιρεία του διεκδικούσε και τη δουλειά του C4I, την οποία ωστόσο έχασε «διότι ο ανταγωνιστής, η εταιρεία Saic, υποστηριζόταν ευθέως από τον τότε αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, Ντικ Τσένεϊ (2001-2009, επί προεδρίας Μπους).
Και κατά τον Ρ. (πρόεδρο της ελληνικής βερσιόν της Thales), χάσαμε την αγορά αυτή επειδή δωροδοκήσαμε χαμηλά, ενώ οι Aμερικανοί στόχευσαν τον υπουργό Εσωτερικών και τον πρωθυπουργό»…
Η επίμαχη κατάθεση με τη σοβαρή καταγγελία περιλαμβάνεται στο αίτημα δικαστικής συνδρομής που απέστειλαν οι γαλλικές δικαστικές αρχές στο πλαίσιο της έρευνάς τους για την υπόθεση διαφθοράς στη γαλλική εταιρεία.
Στη συνέχεια και με αφορμή δημοσιεύματα του Τύπου στην Ελλάδα, σχηματίστηκε δικογραφία μετά από παραγγελία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, η οποία διαβιβάστηκε προς έρευνα στην Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς.
Νέα δίωξη για εξοπλιστικά
Στο μεταξύ, στην απαγγελία και νέας ποινικής δίωξης για ακόμα μία «αμαρτωλή» υπόθεση εξοπλιστικών προγραμμάτων προχώρησε η Εισαγγελία κατόπιν σχετικής παραγγελίας της επικεφαλής της Εισαγγελίας κατά της Διαφθοράς, Ελένης Τουλουπάκη, και αφορά τη σύμβαση των αντισταθμιστικών ωφελημάτων που είχε υπογραφεί επί υπουργίας Ακη Τσοχατζόπουλου για τα ελικόπτερα Σινούκ.
Σύμφωνα με τη δίωξη, η ζημία που φέρεται να προκλήθηκε στο ελληνικό Δημόσιο από τη μη εκτέλεση των αντισταθμιστικών ωφελημάτων ανέρχεται στα 5 εκατομμύρια ευρώ.
Η δίωξη ασκήθηκε για τα αδικήματα της απιστίας σε συνδυασμό με τις επιβαρυντικές διατάξεις του νόμου περί καταχραστών του Δημοσίου και της ηθικής αυτουργίας στο αδίκημα, ενώ η δικογραφία διαχωρίστηκε όσον αφορά τον πρώην υπουργό και διαβιβάζεται στη Βουλή και για το σκέλος που αφορά τα μη πολιτικά πρόσωπα διαβιβάστηκε στην ανακρίτρια κατά της διαφθοράς, Ηλιάνα Ζαμανίκα.
Κατηγορούμενοι στην υπόθεση αυτή είναι ο πρώην γενικός διευθυντής Εξοπλισμών του υπουργείου Εθνικής Αμυνας, Γιάννης Σμπώκος, ο πρώην αναπληρωτής διευθυντής Εξοπλισμών, Αντώνης Κάντας, και οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας Sonak, που είχε αναλάβει τα αντισταθμιστικά, Θωμάς Λιακουνάκος και Ηλίας Αρκουμανέας, πρώην πρόεδρος και πρώην διευθύνων σύμβουλος της Sonak αντίστοιχα.
