«Οι πιθανότητες για επίτευξη συμφωνίας στο Γιούρογκρουπ της 15ης Ιουνίου είναι 50-50» εκτιμούσε χθες κυβερνητικό στέλεχος, ενώ η Αθήνα σκοπεύει να καταθέσει στη Βουλή μέχρι το τέλος της εβδομάδας τις τροπολογίες που θα «κλείσουν» τα προαπαιτούμενα.
Ο Δημήτρης Τζανακόπουλος παρουσίασε, από τη μεριά του, τις πολιτικές και τεχνικές παραμέτρους μιας λύσης στην οποία θα συναινέσει η Ελλάδα, ενώ είναι πιθανό η απόσταση ανάμεσα στη Γερμανία και το ΔΝΤ να ελαχιστοποιηθεί ύστερα από την πρόταση για αναπτυξιακό πακέτο επενδύσεων αρκετών δισεκατομμυρίων ευρώ προς την Ελλάδα.
Η συμφωνία πρέπει, όπως υποστηρίζει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, να πληροί τις εξής προϋποθέσεις:
- Να προσδιορίζει με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια τα μεσοπρόθεσμα μέτρα που θα ληφθούν για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους μετά το τέλος του προγράμματος, ώστε οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας μας να μην υπερβαίνουν μεσοπρόθεσμα το 15% του ΑΕΠ.
- Τα μέτρα αυτά να δίνουν τη δυνατότητα σε όλους τους θεσμούς, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ, να προχωρήσουν σε θετικές μελέτες βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους.
- Να προσδιορίζονται συγκεκριμένες παρεμβάσεις που θα ενισχύουν την ανάπτυξη, κάτι που το σύνολο των θεσμών αλλά και των κρατών-μελών της ευρωζώνης αναγνωρίζουν ως αναγκαίο.
«Αυτή η τελευταία παράμετρος αποτελεί το κλειδί για να συγκλίνουν οι προβλέψεις όλων των θεσμών» πρόσθεσε ο Δημήτρης Τζανακόπουλος. Πληροφορίες αναφέρουν ότι το εν λόγω επενδυτικό πακέτο μπορεί και να υπερβαίνει τα 50 δισ. ευρώ για τις επόμενες δεκαετίες, το οποίο με τη μόχλευση μπορεί να πολλαπλασιαστεί.
Η όποια συμφωνία απαιτεί, όμως, σκληρές διαπραγματεύσεις, ενώ οι λεπτομέρειες της τελικής συμφωνίας είναι εξαιρετικά κρίσιμες.
H γαλλική πρόταση
Αυτή τη στιγμή βρίσκονται στο τραπέζι των συζητήσεων δύο είδη προτάσεων: Ο Μπρουνό Λε Μερ συναντήθηκε χτες με τους Γερούν Ντάισελμπλουμ, Σόιμπλε και Παντοάν, προωθώντας την ανάγκη για λύση στις 15 Ιουνίου. Η Γαλλία έχει καταθέσει πρόταση, που προβλέπει ουσιαστικά έναν μηχανισμό ο οποίος θα παρακολουθεί ανά πενταετία την πορεία της ανάπτυξης και βάσει αυτού θα αποφασίζεται η επέκταση και η εμβάθυνση των μεσοπρόθεσμων μέτρων για ελάφρυνση του χρέους.
Η συζήτηση στο προηγούμενο Γιούρογκρουπ αποκάλυψε όμως την πρόθεση του Βερολίνου να βρει μια λύση που θα μεταθέτει τις οριστικές αποφάσεις για αργότερα και θα προωθεί το λεγόμενο «Stand-by Agreement». Σύμφωνα με αυτό, το ΔΝΤ θα συμμετέχει στο πρόγραμμα, αλλά θα καταβάλει τις δόσεις προς την Ελλάδα στο τέλος του προγράμματος μετά την εφαρμογή των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος.
Στην ελληνική κυβέρνηση θεωρούν ότι μια τέτοια συμφωνία δεν αποτελεί εκ των πραγμάτων θετική ή αρνητική εξέλιξη, καθώς «η ουσία βρίσκεται στις λεπτομέρειες».
Πιο συγκεκριμένα, ο Δημήτρης Τζανακόπουλος αναφέρθηκε στο βασικό πλαίσιο των μεσοπρόθεσμων μέτρων, που περιλαμβάνει την επιμήκυνση των ωριμάνσεων των ομολόγων, την περίοδο χάριτος για τα επιτόκια και την επιστροφή των κερδών από τα ομόλογα που διακρατεί η ΕΚΤ.
Το σε ποιον βαθμό αυτά τα μέτρα θα είναι συγκεκριμένα είναι και το ζήτημα που θα καθορίσει την άποψη της ελληνικής πλευράς. «Αν η πρόταση, η οποία κατατέθηκε στο (περασμένο) Γιούρογκρουπ, μετασχηματιστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να πληροί αυτές τις τρεις προϋποθέσεις, μιλάμε για μια εντελώς διαφορετική πρόταση», είπε χαρακτηριστικά ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
Η σύνοδος της 22ας Ιουνίου
Αν παρ’ όλα αυτά δεν προκύψει συμφωνία στις 15 Ιουνίου, ο Αλέξης Τσίπρας θα θέσει το ζήτημα στη σύνοδο κορυφής της 22ας Ιουνίου. «Είναι πιθανόν να χρειάζεται περισσότερος χρόνος, έτσι ώστε να γεφυρωθούν οι διαφορές», είπε ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, προσθέτοντας όμως πως «πρέπει να κατανοήσουν όλοι ότι οι αποφάσεις για το ελληνικό πρόγραμμα αφορούν το σύνολο της Ευρώπης» και πως η εξασφάλιση της δυναμικής ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας «παίρνει έναν ξεκάθαρα πολιτικό χαρακτήρα, που θα πρέπει να απασχολήσει την ευρωζώνη στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο».
Ο πολιτικός χαρακτήρας των διαπραγματεύσεων επεκτείνεται πάντως πλέον και εντός των τάξεων της ΕΚΤ. Η Αθήνα έχει επιλέξει να χαμηλώσει τους τόνους των αναφορών της στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) προκειμένου να διευκολυνθεί η διαπραγματευτική της θέση. Η επιλογή αυτή φαίνεται πως έγινε ύστερα από τις επιθέσεις που φέρεται να εξαπέλυσαν Γερμανοί παράγοντες προς την υπόλοιπη ηγεσία της ΕΚΤ με το επιχείρημα ότι η Ελλάδα χρησιμοποιεί πολιτικά το πρόγραμμα.
