Με στόχο μια συμφωνία επί της αρχής ή μια προσυμφωνία που θα ανάψει το «πράσινο» φως για την επιστροφή των θεσμών στην Αθήνα εργάζεται το κυβερνητικό και οικονομικό επιτελείο ενόψει του Eurogroup της Δευτέρας.
Παρά τα απαισιόδοξα μηνύματα που στέλνουν ορισμένα διεθνή κέντρα πληροφόρησης για την τύχη της συνεδρίασης της 20ής Φεβρουαρίου και κατά κύριο λόγο όσα έχουν έδρα τη Γερμανία, από το μέγαρο Μαξίμου εκτιμούν ότι ακόμη και τούτη την ώρα υπάρχουν οι προϋποθέσεις ώστε τα εμπλεκόμενα μέρη να δώσουν τα χέρια.
«Προετοιμαζόμαστε πυρετωδώς προς αυτή την κατεύθυνση, τόσο εμείς όσο και οι υπόλοιποι συμμετέχοντες στη διαδικασία», διαβεβαιώνουν στενοί συνεργάτες του πρωθυπουργού και επισημαίνουν ότι «κλειδί» για να ολοκληρωθεί η β’ αξιολόγηση παραμένουν δύο βασικοί παράγοντες στη διαπραγμάτευση.
Αφ’ ενός το ΔΝΤ, το οποίο οφείλει να επανεξετάσει τις προβλέψεις του, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία της Κομισιόν που δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία αρχίζει δειλά να πατάει στα πόδια της, με προοπτική να πάει καλύτερα εφόσον αρθεί το υφιστάμενο αδιέξοδο.
Μια μικρή αλλά μη δεσμευτική ένδειξη πιθανής αναδίπλωσης από μέρους του Ταμείου ήταν η δήλωση του επικεφαλής του Ευρωπαϊκού του Τμήματος, Πολ Τόμσεν, ο οποίος άφησε μια χαραμάδα για την αναθεώρηση των εκτιμήσεων που έχουν γίνει.
Συνομιλητές του Αλέξη Τσίπρα αναφορικά με τη στάση της Ουάσινγκτον, εκτός των άλλων, θεωρούν ότι σκοπίμως κωλυσιεργεί και «ροκανίζει χρόνο», σε μια προσπάθεια να καλύψει τις δικές του εσωτερικές αντιφάσεις που σχετίζονται με την παραμονή του ή όχι στο ελληνικό πρόγραμμα.
Αφ’ ετέρου, οι ίδιες κυβερνητικές πηγές απευθύνονται στο Βερολίνο και μάλιστα υπό το βάρος της χθεσινής πληροφορίας περί κοινού μετώπου Μέρκελ-Λαγκάρντ απέναντι στην Ελλάδα, καλώντας σε «προσγείωση» στην πραγματικότητα, η οποία δεν συνάδει με τα δυσθεώρητα πολυετή πρωτογενή πλεονάσματα που προτείνει.
Το ενθαρρυντικό δεδομένο για την Αθήνα σε αυτή την αντίξοη επιχείρηση πειθούς είναι ότι πληθαίνουν διαρκώς οι φωνές της σύνεσης, που ζητούν από τους ακραίους της όλης υπόθεσης να βάλουν νερό στο κρασί τους προκειμένου να γεφυρωθεί το χάσμα.
Ειδικότερα, αναφέρονται στις χθεσινές δημόσιες παρεμβάσεις του αντιπροέδρου της Κομισιόν, Βάλντις Ντομπρόβσκις, ο οποίος απηύθυνε έκκληση για μια «τελική προσπάθεια», του Γερμανού αντικαγκελάριου και προέδρου του SPD, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, ότι η απαίτηση προς την Ελλάδα για δεκαετή πρωτογενή πλεονάσματα ισοδυναμεί με «οικονομία-βουντού», αλλά και στις παλαιότερες τοποθετήσεις του προέδρου της Κομισιόν, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, ότι «οι Ελληνες έχουν κάνει πολλές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, περισσότερες από τους δογματικούς Βορειοευρωπαίους» και τέλος του επικεφαλής της ομάδας των Φιλελευθέρων στο Ευρωκοινοβούλιο, Γκι Φερχόφστατ, που είχε επισημάνει ότι «ουδείς μπορεί να μεταρρυθμίσει μια χώρα με νοοτροπία λογιστή».
Δεν είναι τυχαίο που ο πρωθυπουργός, μόλις την περασμένη Τετάρτη, κατά τη συνάντησή του με τον Ευρωπαίο επίτροπο Οικονομικών Πιερ Μοσκοβισί, έκανε λόγο για μια «συμμαχία της λογικής» που θα σημάνει το τέλος της λιτότητας σε Ελλάδα και Ευρώπη.
Στην κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι είναι αχρείαστα τα νέα μέτρα και ευελπιστούν ότι αυτή η διαπραγματευτική τους θέση θα μείνει απαραβίαστη. Ωστόσο, συζητούν για τις «αμοιβαίες μετατοπίσεις» που είναι εφικτές, όπως εξάλλου δήλωσε διπλωματικά ο Γιάννης Δραγασάκης.
Αν και αποφεύγουν να φανερώσουν λεπτομέρειες επί των αντισταθμιστικών οφελών, στο πολύ πιθανό ενδεχόμενο αποδοχής προληπτικών μέτρων και μειώσεων σε συντάξεις και αφορολόγητο, επί τάπητος φέρονται να έχουν τεθεί τα ζητήματα ενός αναπτυξιακού πακέτου που θα περιλαμβάνει μακροπρόθεσμες μειώσεις σε ΕΝΦΙΑ και ΦΠΑ και φυσικά την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.
Και βέβαια το χρέος
Αιχμή του δόρατος των διεκδικήσεων αποτελεί επίσης η αποσαφήνιση των βραχυπρόθεσμων μέτρων για το χρέος.
Σε κάθε περίπτωση, στελέχη του Μαξίμου προειδοποιούν ότι οι καθυστερήσεις δεν συμφέρουν κανέναν, ούτε την Ελλάδα ούτε την Ευρώπη.
Την ίδια στιγμή, οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ από τη δική τους πλευρά βρίσκονται σε κατάσταση παρατεταμένης αναμονής. Στην πλειονότητά τους τονίζουν ότι θα πρέπει πρώτα να δουν την πλήρη συμφωνία που θα επιτευχθεί, αρκεί αυτή να μην προσθέτει νέα βάρη στην κοινωνία.
Επιπλέον, προεξοφλούν ότι πριν από τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας στη Βουλή, θα συνεδριάσουν τα αρμόδια κοινοβουλευτικά και κομματικά όργανα, ώστε η απόφαση να είναι συλλογική. «Και όποιος διαφωνήσει;» ρωτάμε κορυφαίο κυβερνητικό στέλεχος. «Θεωρώ ότι θα είμαστε συμπαγείς και ενωμένοι. Ομως πάντοτε υπάρχει και ο δρόμος της παραίτησης», απαντά με νόημα.
Σε ό,τι αφορά τέλος τη Ν.Δ. και τον τρόπο που στέκεται στο μείζον ζήτημα της διαπραγμάτευσης, πηγές του Μαξίμου σχολιάζουν με βεβαιότητα ότι το καταστροφολογικό σχέδιο της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα αποτύχει και αυτή τη φορά.
