Πρώτα ο βλαστός του φυτού συλλέγεται, τεμαχίζεται και συνθλίβεται. Ο χυμός που εξάγεται στη συνέχεια συνδυάζεται με βακτήρια και ζυμομύκητες σε μεγάλους βιοαντιδραστήρες, όπου τα σάκχαρα μεταβολίζονται και μετατρέπονται σε αιθανόλη και διοξείδιο του άνθρακα. Από εκεί το υγρό συνήθως αποστάζεται για να μεγιστοποιηθεί η συγκέντρωση αιθανόλης πριν αναμιχθεί με βενζίνη.
Τα τελικά προϊόντα αυτής της διαδικασίας είναι τα βιοκαύσιμα, που προέρχονται κυρίως από καλλιέργειες τροφίμων όπως το ζαχαροκάλαμο και το καλαμπόκι, τα οποία υποστηρίζονται από όλους, από λομπίστες της γεωργίας μέχρι ακτιβιστές και δισεκατομμυριούχους. Τα βιοκαύσιμα αναπτύχθηκαν πριν από δεκαετίες αποτελώντας φθηνότερες, πιο «πράσινες» εναλλακτικές λύσεις σε σχέση με τη βενζίνη που ρυπαίνει τον πλανήτη. Καθώς η υιοθέτησή τους έχει επεκταθεί, το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα και το αποτύπωμα της προσβασιμότητας στα τρόφιμα παρέμεινε πηγή έντονης συζήτησης.
Οι δεσμεύσεις
Οι κυβερνήσεις της Βραζιλίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας και της Ινδίας ηγήθηκαν στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής του ΟΗΕ για το κλίμα (COP30) μιας νέας συμφωνίας που ζητά την ταχεία παγκόσμια επέκταση των βιοκαυσίμων ως δέσμευση για την απανθρακοποίηση της ενέργειας στον τομέα των μεταφορών. Τελικά η συμφωνία «Belém 4x» εγκρίθηκε από 23 χώρες.
Αν και το ίδιο το κείμενο της συμφωνίας είναι ασαφές, όπως τείνουν να είναι οι περισσότερες δεσμεύσεις της COP, ο στόχος που ενσωματώνεται σε μια συνοδευτική έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας είναι σαφής: επέκταση της παγκόσμιας χρήσης των λεγόμενων βιώσιμων καυσίμων, με έμφαση κυρίως στα υγρά βιοκαύσιμα, το βιοαέριο και το υδρογόνο, κατά τουλάχιστον τέσσερις φορές σε σχέση με τα επίπεδα του 2024, έτσι ώστε έως το 2035 τα βιώσιμα καύσιμα να καλύπτουν το 10% της συνολικής παγκόσμιας ζήτησης για τις οδικές μεταφορές, το 15% της ζήτησης για την αεροπλοΐα και το 35% της ζήτησης για ναυτιλιακά καύσιμα.
Μπορεί οι επιστήμονες να συνεχίζουν να πειραματίζονται με τη χρήση άλλων πρώτων υλών για βιοκαύσιμα, όπως π.χ. γεωργικά και δασικά απόβλητα, μαγειρικά έλαια και φύκια, όμως το μεγαλύτερο μέρος των πρώτων υλών προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από τα χωράφια. Οι ζαχαρούχες και αμυλούχες καλλιέργειες (όπως το ζαχαροκάλαμο, το σιτάρι και το καλαμπόκι) συχνά μετατρέπονται σε αιθανόλη, ενώ οι ελαιώδεις καλλιέργειες (όπως η σόγια, η ελαιοκράμβη και το φοινικέλαιο) χρησιμοποιούνται σε μεγάλο βαθμό για βιοντίζελ.
Ωστόσο δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Οι αγρότες απεγνωσμένοι να αντικαταστήσουν τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις που χάθηκαν για την παραγωγή βιοκαυσίμων, ισοπεδώνουν περισσότερα δάση και οργώνουν περισσότερα λιβάδια, με αποτέλεσμα την αποψίλωση των δασών που τείνει να απελευθερώνει πολύ περισσότερο άνθρακα απ’ ό,τι εξοικονομεί η χρήση βιοκαυσίμων.
Αλλά καθώς η παραγωγή μεγάλης κλίμακας συνεχίζει να επεκτείνεται, ενδέχεται να μην υπάρχει επαρκής γη, νερό και ενέργεια για μια ακόμη μεγάλη άνθηση των βιοκαυσίμων. Γεγονός που ωθεί πολλούς ερευνητές και ακτιβιστές για το κλίμα, να αμφισβητούν το αν οι χώρες θα πρέπει να στοχεύουν στην κλιμάκωση αυτών των αγορών. Κι αυτά όταν η Thomson Reuters αναφέρει ότι η παγκόσμια παραγωγή βιοκαυσίμων έχει αυξηθεί εννέα φορές από το 2000.
Ανοδος τιμών
Σε μια ανάλυση από τον οργανισμό υπεράσπισης των καθαρών μεταφορών Transport & Environment που δημοσιεύθηκε τον περασμένο μήνα, διαπιστώθηκε ότι λόγω των έμμεσων επιπτώσεων στη γεωργία και στη χρήση γης, τα βιοκαύσιμα ευθύνονται παγκοσμίως για 16% περισσότερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από τα ορυκτά καύσιμα που αντικαθιστούν.
Η έκθεση υποθέτει ότι μέχρι το 2030 οι καλλιέργειες βιοκαυσίμων θα μπορούσαν να απαιτούν εδάφη ίσα με το μέγεθος της Γαλλίας. Περισσότερα από 40 εκατομμύρια εκτάρια καλλιεργήσιμης γης προορίζονται ήδη για πρώτες ύλες βιοκαυσίμων –μια περιοχή περίπου στο μέγεθος της Παραγουάης.
Το ζήτημα, φυσικά, είναι στο πώς μετρώνται τα αποτυπώματα εκπομπών στην παραγωγή καυσίμου αιθανόλης. Οπως και πολλές άλλες κλιματικές πηγές, οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η παρακολούθηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που συνδέονται με το καύσιμο αιθανόλης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις εκπομπές σε κάθε στάδιο: παραγωγή, επεξεργασία, διανομή και χρήση οχημάτων.
Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει συχνά· στην πραγματικότητα, σε μια μελέτη του 2024 διαπιστώθηκε ότι η εθνική πολιτική βιοκαυσίμων της Βραζιλίας δεν λαμβάνει υπόψη στον υπολογισμό της όλες τις άμεσες και έμμεσες εκπομπές. Εν ολίγοις, περισσότερα βιοκαύσιμα σημαίνουν είτε πιο εντατική γεωργία σε μικρότερο μερίδιο των διαθέσιμων καλλιεργήσιμων εκτάσεων, η οποία έχει τις δικές της περιβαλλοντικές επιπτώσεις, είτε επέκταση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων και εκπομπές από τη χρήση της γης.
Το ντόμινο
Επιπλέον, η εκτροπή καλλιεργειών (όπως το καλαμπόκι και η σόγια) από τα πιάτα φαγητού στις δεξαμενές καυσίμων δεν πυροδοτεί μόνο τον άγριο ανταγωνισμό για γη και πόρους, αλλά μπορεί επίσης να αυξήσει τις τιμές των τροφίμων και να αφήσει τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς του κόσμου με λιγότερα διαθέσιμα τρόφιμα.
Μια ανάλυση του 2022 για το U.S. Renewable Fuel Standard, το μεγαλύτερο πρόγραμμα βιοκαυσίμων στον κόσμο, αποκάλυψε ότι τα βιοκαύσιμα έχουν οδηγήσει σε αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων για τους Αμερικανούς, με τις τιμές του καλαμποκιού να αυξάνονται κατά 30% και σε άλλες καλλιέργειες, όπως η σόγια και το σιτάρι, περίπου κατά 20%. Αυτό στη συνέχεια πυροδότησε ένα φαινόμενο ντόμινο: την αύξηση της ετήσιας χρήσης λιπασμάτων σε εθνικό επίπεδο έως και 8% και των υποβαθμιστικών ουσιών της ποιότητας του νερού έως και 5%.
● Με πληροφορίες από τον ιστότοπο του ανεξάρτητου οργανισμού μέσων ενημέρωσης Grist.
