Το εάν θα εγγράψει το υπουργείο Πολιτισμού στον εθνικό κατάλογο της Αϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO το κυνήγι με γεράκια ήταν το θέμα που απασχόλησε το Συμβούλιο Αϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς στις 7 Μαΐου, έπειτα από σχετικό αίτημα του Συλλόγου Ελληνικής Ιερακοθηρίας, ωστόσο η έκδοση της απόφασης αναβλήθηκε μετά την παράσταση της Πανελλαδικής Φιλοζωικής και Περιβαλλοντικής Ομοσπονδίας (ΠΦΠΟ), της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας και τις αντιδράσεις άλλων οργανώσεων.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η ιερακοθηρία αναγνωρίστηκε ως Αϋλη Πολιτιστική Κληρονομιά από την UNESCO το 2010 και έκτοτε 24 χώρες σε όλο τον κόσμο έχουν αναγνωρίσει και εγγράψει την ιερακοθηρία στους εθνικούς καταλόγους Αϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Απέναντι σε αυτό το γεγονός η ΠΦΠΟ επιχειρηματολόγησε, αναφέροντας ότι η ιερακοθηρία για την Ελλάδα δεν αποτελεί ούτε πολιτισμό αλλά ούτε και κληρονομιά.
Η ΠΦΠΟ εκπροσωπήθηκε από τη Δέσποινα Σπανούδη, αναπληρωματικό μέλος του Δ.Σ. της Ομοσπονδίας, η οποία, μεταξύ άλλων, επισήμανε ότι, όπως όλοι στη χώρα μας γνωρίζουν, η ιερακοθηρία ουδέποτε αποτέλεσε μια διαδεδομένη πρακτική στην Ελλάδα και επί χρόνια ήταν απαγορευμένη. Ακόμη όμως και αν η ιερακοθηρία αποτελούσε παραδοσιακή δραστηριότητα για την Ελλάδα, δεν θα αποτελούσε σε καμία περίπτωση στοιχείο πολιτιστικής κληρονομιάς.
Αν αναγνωριστεί ως πολιτιστική κληρονομιά η θανάτωση πουλιών και ζώων με αιχμάλωτα γεράκια, τότε θα μπορούσαν να αναγνωριστούν και το κυνήγι, που πράγματι αποτελεί αδιάλειπτη και διαδεδομένη πρακτική, η τελετουργική περιφορά και η σφαγή ζώων που γίνεται ακόμη και σήμερα σε γιορτές ανά την Ελλάδα και μια σειρά άλλων βάρβαρων πρακτικών που σιγά σιγά περνάνε στη λήθη και την απαξίωση.
Επιπλέον, σε μια περίοδο που ο άνθρωπος έχει διαταράξει τόσο βίαια τους κύκλους της φύσης, με αποτέλεσμα στα τελευταία 50 χρόνια να έχουμε εξαφανίσει περισσότερο από το 70% των πληθυσμών της άγριας ζωής, είναι πραγματικά αδιανόητο να θεωρηθούν στοιχείο πολιτισμού κυνηγετικές πρακτικές που, εκτός από την εξόντωση άγριων ζώων, περιλαμβάνουν και την αιχμαλωσία και τον βασανισμό άλλων άγριων ζώων, όπως τα αρπακτικά.
Ο εξαναγκασμός άγριων πουλιών σε διαβίωση σε αιχμαλωσία καθώς και ο πειθαναγκασμός τους σε αντίθετες προς τη φύση τους συμπεριφορές, όπως η απόδοση του θηράματος στον κυνηγό, είναι κατάφωρες παραβιάσεις της ευζωίας τους και δεν αποτελεί πρακτική που σήμερα θα μπορούσε να θεωρηθεί τμήμα του πολιτισμού μιας χώρας, επισήμανε η Δ. Σπανούδη.
Από την πλευρά της η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, που εκπροσωπήθηκε από την πρόεδρό της, Νίκη Καρδακάρη, και δύο νομικούς, υποστήριξε μεταξύ άλλων το γεγονός ότι η ιερακοθηρία έχει αρνητικές οικολογικές συνέπειες, καθώς εκτός από την άμεση αφαίρεση ατόμων από τους φυσικούς πληθυσμούς των πουλιών, υποβαθμίζει τα ενδιαιτήματά τους αφού δημιουργεί μια αφύσικα έντονη παρουσία καλοταϊσμένων και υγιών αρπακτικών.
Στην αρκετά εκτενή συζήτηση που ακολούθησε, το Συμβούλιο αναγνώρισε ότι στο παρελθόν είχαν απορρίψει ανάλογη αίτηση των γουναράδων της Καστοριάς για λόγους μη ευζωίας των ζώων που επίσης γεννιούνται σε αιχμαλωσία. «Ευελπιστούμε, λοιπόν, αφού οι γουναράδες της Καστοριάς, που πραγματικά αποτελούν πασίγνωστη και παραδοσιακή δραστηριότητα, ορθά δεν θεωρήθηκαν πολιτιστική κληρονομιά, πολύ περισσότερο δεν μπορούν να θεωρηθούν οι γερακάρηδες που ενέσκηψαν τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα», σχολιάζει η ΠΦΠΟ.
«Από την πλευρά μας θεωρούμε θετικό το γεγονός ότι ανέστειλαν την απόφαση, με δεδομένο ότι είναι η δεύτερη φορά που συνεδρίασαν καθώς την πρώτη δεν είχαν κατατεθεί οι αντιρρήσεις των περιβαλλοντικών και φιλοζωικών οργανώσεων, που δεν είχαμε ενημερωθεί για το θέμα», συμπληρώνει. Μέχρι στιγμής, δεν έχει προγραμματιστεί νέα συνεδρίαση για το θέμα.
