Εναν χρόνο μετά τις καταστροφικές κακοκαιρίες «Daniel» και «Elias» που ισοπέδωσαν μεγάλα τμήματα της Θεσσαλίας, εξαφάνισαν καλλιέργειες και στοίχισαν ζωές, η προσέγγιση της ελληνικής κυβέρνησης παραμένει παρωχημένη, αδιαφανής και αδυνατεί να λύσει τα σοβαρά προβλήματα που προέκυψαν. Ταυτόχρονα, η ελληνική πολιτική ηγεσία αδυνατεί να οχυρώσει την περιοχή, τους κατοίκους και την ελληνική γεωργία από μελλοντικά χτυπήματα της κλιματικής κρίσης. Το πρόσφατο περιστατικό με τα χιλιάδες νεκρά ψάρια στο λιμάνι του Βόλου αποκαλύπτει το μέγεθος και τη διάρκεια του σύνθετου προβλήματος, επισημαίνει η Greenpeace.
Δυστυχώς, το «Στρατηγικό σχέδιο για την ανασυγκρότηση της Θεσσαλίας – φράγματα, υποδομές και έργα υδρονομίας», που παρουσίασε ο πρωθυπουργός, περιορίζεται σε τεράστια κατασκευαστικά έργα παρωχημένης γενιάς πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ δημόσιου χρήματος (όπως το επικίνδυνο και δημαγωγικά παραπλανητικό φαραωνικό έργο της εκτροπής του Αχελώου, που αν είχε ολοκληρωθεί θα επιδείνωνε ακόμα περισσότερο την καταστροφή που συντελέστηκε) και στην ιδιωτικοποίηση των υδάτινων πόρων και οικοσυστημάτων της Θεσσαλίας.
Ο πρωθυπουργός μίλησε για «άλλες προδιαγραφές ανθεκτικότητας». Ομως, οι ωραίες λέξεις δεν μπορούν να ωραιοποιήσουν ούτε να μετατρέψουν σε μοντέρνες τις απαρχαιωμένες ιδέες που όχι μόνο έχουν αποδειχθεί πανάκριβες και καταστροφικές, αλλά έχουν απορριφθεί και από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Πόσο μάλλον όταν το περιβόητο «masterplan» της ολλανδικής εμπορικής εταιρείας HVA τον Μάρτιο-Απρίλιο του 2024 κρίθηκε ως επιστημονικά ανεπαρκές, αποκομμένο από τον υπόλοιπο σχεδιασμό της χώρας, ενδεχομένως ασύμβατο με την ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία, ενώ προωθεί ξεπερασμένες εμπνεύσεις, δίχως βάση σε διεθνώς αναγνωρισμένα και επίκαιρα επιστημονικά μοντέλα και πρότυπα, αναφέρει η περιβαλλοντική οργάνωση.
Η Greenpeace ζητά από την ελληνική κυβέρνηση να δημοσιεύσει σχέδιο για αγροτική πολιτική που θα αναγεννήσει και θωρακίσει πραγματικά την παραγωγή στη Θεσσαλία μέσα από ένα αγροτικό μοντέλο βιώσιμο, δίκαιο και ανθεκτικό στη νέα κλιματική πραγματικότητα. Κι ακόμη, να διατηρηθεί ο παραγωγικός ιστός της περιοχής και να μην εγκαταλείψουν τη γη τους και την παραγωγική διαδικασία οι παραγωγοί της Θεσσαλίας, πέρα από την καταβολή των –προφανώς άκρως απαραίτητων για βιοπορισμό– αποζημιώσεων.
