efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το χάσμα δεξιοτήτων δεν αφορά πλέον μόνο το τι γνωρίζουν οι εργαζόμενοι. Αφορά και το πόσο γρήγορα μπορούν να μαθαίνουν, να επανεκπαιδεύονται και να ανταποκρίνονται σε ένα εργασιακό περιβάλλον όπου οι απαιτήσεις μεταβάλλονται συνεχώς.

Η τεχνητή νοημοσύνη, η αυτοματοποίηση, η ρομποτική και η πράσινη μετάβαση αλλάζουν ήδη το περιεχόμενο πολλών θέσεων εργασίας. Μαζί με τις δημογραφικές πιέσεις και τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις, διαμορφώνουν ένα περιβάλλον όπου η επαγγελματική επάρκεια δεν είναι στατική, αλλά χρειάζεται διαρκή ανανέωση.

Αυτό ήταν το κεντρικό νήμα της συζήτησης με τίτλο «The Future of Skills: Bridging the Gap Between Education and the Modern Economy», την οποία συντόνισε η Μαρίλη Μέξη. Στο επίκεντρο βρέθηκε ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς μπορεί να περιοριστεί η απόσταση ανάμεσα στον ρυθμό με τον οποίο αλλάζει η παραγωγή και στον ρυθμό με τον οποίο προσαρμόζεται η εκπαίδευση;

Το σχολείο απέναντι στη νέα πραγματικότητα

Από την πλευρά της πολιτείας, η υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, Σοφία Ζαχαράκη, στάθηκε στην ανάγκη το εκπαιδευτικό σύστημα να ενσωματώσει τεχνολογικές και κοινωνικές αλλαγές που εξελίσσονται ταχύτερα από τους παραδοσιακούς θεσμικούς χρόνους.

Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στην ανανέωση των προγραμμάτων σπουδών, στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και στον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού. Το κεντρικό ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο η εισαγωγή νέων εργαλείων στην τάξη, αλλά η ικανότητα του σχολείου να καλλιεργεί κριτική σκέψη, προσαρμοστικότητα, συνεργασία και επίλυση προβλημάτων.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στη διάσταση της ισότητας. Η τεχνολογική μετάβαση δεν μπορεί να αφορά μόνο τα σχολεία που διαθέτουν ήδη τα μέσα να την παρακολουθήσουν. Αφορά και τα ειδικά ή δυσπρόσιτα σχολεία, άρα συνδέεται άμεσα με την κοινωνική συνοχή. Σε αυτό το σημείο, η συζήτηση για τις δεξιότητες παύει να είναι τεχνική. Γίνεται κοινωνική.

Τι δείχνουν τα στοιχεία για την ετοιμότητα

Το μέγεθος της πρόκλησης αποτυπώνεται και στα στοιχεία έρευνας της MARC για λογαριασμό της Παπαστράτος. Σχεδόν το 90% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα επηρεάσει την εργασία, ενώ σχεδόν ένας στους δύο θεωρεί ότι οι Έλληνες δεν είναι ακόμη έτοιμοι να ανταποκριθούν στις αλλαγές.

Δεξιότητες: όταν η αγορά εργασίας αλλάζει πιο γρήγορα από την εκπαίδευση

Την ίδια στιγμή, το 85% δηλώνει πρόθυμο να εκπαιδευτεί σε νέες τεχνολογίες, ενώ περίπου το 70% χρησιμοποιεί ήδη ή σκοπεύει να χρησιμοποιήσει εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης.

Η εικόνα αυτή δεν δείχνει αδράνεια. Δείχνει μια κοινωνία που αντιλαμβάνεται την πίεση της αλλαγής, αναγνωρίζει τα κενά ετοιμότητας και εμφανίζει διάθεση συμμετοχής στη νέα τεχνολογική πραγματικότητα. Το ζητούμενο είναι αυτή η προθυμία να μεταφραστεί σε πραγματική ετοιμότητα.

Το χάσμα ρυθμού στην αγορά εργασίας

Από την πλευρά της επιχειρηματικής κοινότητας, ο Γιώργος Μάργωνης, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Παπαστράτος, περιέγραψε το πρόβλημα ως χάσμα ρυθμού. Τα προγράμματα σπουδών, όπως σημείωσε, εξελίσσονται σε βάθος ετών. Οι ανάγκες της εργασίας, αντίθετα, μπορούν να αλλάξουν μέσα σε λίγους μήνες.

Αυτή η απόκλιση δημιουργεί νέα πίεση για την οικονομία. Οι επιχειρήσεις δεν μπορούν πλέον να περιμένουν ότι η εκπαίδευση θα τους παραδώσει ανθρώπους απολύτως έτοιμους για ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται διαρκώς. Το μοντέλο του «έτοιμου» ταλέντου γίνεται όλο και λιγότερο ρεαλιστικό.

Ο κ. Μάργωνης υπογράμμισε ότι η παραγωγική πραγματικότητα δεν μπορεί να παραμένει παθητικός αποδέκτης ανθρώπινου δυναμικού. Οφείλει να συμμετέχει πιο ενεργά στη διαμόρφωση δεξιοτήτων, να συνεργάζεται με την εκπαίδευση και να επενδύει στη διαρκή αναβάθμιση των ανθρώπων της.

Πέρα από τα ψηφιακά εργαλεία

Η συζήτηση για το μέλλον της εργασίας συχνά περιορίζεται στις ψηφιακές δεξιότητες. Ωστόσο, η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να παράγει απαντήσεις, να ταξινομεί πληροφορίες και να επιταχύνει την ανάλυση. Δεν απαντά, όμως, στο πιο δύσκολο ερώτημα κάθε οργανισμού: τι έχει σημασία και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη της απόφασης.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Μάργωνης έδωσε έμφαση σε δεξιότητες που συχνά θεωρούνται λιγότερο τεχνικές, αλλά γίνονται ολοένα πιο κρίσιμες: την κριτική σκέψη, την ικανότητα λήψης αποφάσεων και την ιεράρχηση της πληροφορίας. Σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία πολλαπλασιάζεται, η αξία δεν βρίσκεται μόνο στην πρόσβαση στα δεδομένα, αλλά στην ικανότητα να διακρίνει κανείς τι έχει σημασία.

Στην περίπτωση της Παπαστράτος, το ζήτημα συνδέθηκε με την προετοιμασία του οργανισμού για την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Ο κ. Μάργωνης σημείωσε ότι στόχος είναι ο οργανισμός να γίνει «AI ready», με έμφαση στην εκπαίδευση των ανθρώπων και στη δημιουργία σιγουριάς απέναντι στα νέα εργαλεία. Η τεχνολογική μετάβαση, επομένως, δεν αφορά μόνο υποδομές. Αφορά και μια οργανωσιακή άσκηση προετοιμασίας των ανθρώπων που θα κληθούν να δουλέψουν με αυτά τα εργαλεία.

Ο κ. Γιώργος Μάργωνης, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Παπαστράτος
Ο κ. Γιώργος Μάργωνης, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Παπαστράτος

Έρευνα, δεδομένα και αγορά εργασίας

Η συζήτηση δεν περιορίστηκε στη σχέση σχολείου και επιχειρήσεων. Ο Πρύτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Ιωάννης Χατζηγεωργίου, ανέδειξε τον ρόλο της έρευνας και της καινοτομίας στη σύνδεση των πανεπιστημίων με την παραγωγική βάση της χώρας. Όπως σημείωσε, το ΕΜΠ διαθέτει ετήσιο προϋπολογισμό έρευνας 120 εκατ. ευρώ, ενώ συνολικά, μαζί με χρηματοδοτήσεις από άλλους φορείς, το ποσό φθάνει τα 650 εκατ. ευρώ στην τετραετία, δείχνοντας ότι η έρευνα δεν αποτελεί περιφερειακή δραστηριότητα των ιδρυμάτων, αλλά μέρος της παραγωγικής δυναμικής τους.

Από την πλευρά του CEDEFOP, του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης, ο Κωνσταντίνος Πουλιάκας έφερε στη συζήτηση την ευρωπαϊκή εικόνα της αγοράς εργασίας. Περίπου το 40% των Ευρωπαίων εργαζομένων χρειάστηκε τον τελευταίο χρόνο να μάθει νέες ψηφιακές τεχνολογίες στον χώρο εργασίας, ενώ περίπου τρεις στους δέκα χρησιμοποιούν ήδη εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης στα καθήκοντά τους.

Για την Ελλάδα, η εικόνα παραμένει πιο σύνθετη: η προσωπική χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης φαίνεται να προηγείται της ενσωμάτωσής τους στην καθημερινή εργασία, όπου το ποσοστό χρήσης παραμένει κοντά στο 20%.

Το κρίσιμο ερώτημα

Το μέλλον των δεξιοτήτων δεν θα κριθεί μόνο από περισσότερα σεμινάρια, ούτε μόνο από νέα τεχνολογικά εργαλεία. Θα κριθεί από την ικανότητα των θεσμών, των επιχειρήσεων και της εκπαίδευσης να κινηθούν πιο συντονισμένα.

Το στοίχημα δεν είναι μόνο να προστεθούν νέες δεξιότητες στα βιογραφικά. Είναι να αποκτήσει η χώρα ταχύτερα αντανακλαστικά: στην εκπαίδευση, στην παραγωγή, στους θεσμούς. Γιατί στην αγορά εργασίας που διαμορφώνεται, η καθυστέρηση δεν είναι απλώς διοικητικό πρόβλημα. Κοστίζει σε ανταγωνιστικότητα, αλλά και σε κοινωνική κινητικότητα.