Πολιτική λύση ψάχνει η κυβέρνηση προκειμένου να αντιμετωπίσει τον ορυμαγδό λουκέτων στις ατομικές επιχειρήσεις που επιφέρει η συνειδητοποίηση των δυσβάσταχτων ασφαλιστικών εισφορών από την πλευρά των ασφαλισμένων.
Ηδη έχουν κλείσει δεκάδες χιλιάδες «μπλοκάκια», με αποτέλεσμα το κράτος να χάνει χρήματα τα οποία πρέπει να αναπληρώσει. (Αρα έχουμε μπροστά μας την ενεργοποίηση του «κόφτη» με τσεκούρι στις συντάξεις και τους μισθούς του Δημοσίου;)
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η ζημιά ξεπερνά τα 150 εκατ. ευρώ με αποτέλεσμα να αναζητείται η λύση που θα καταφέρει να συγκρατήσει αυτή τη διάθεση των ασφαλισμένων χωρίς να χρειαστεί νομοθετική παρέμβαση, δηλαδή αλλαγή του νόμου Κατρούγκαλου που έφερε με τις γνωστές ρυθμίσεις του όλη αυτή την επιβάρυνση…
Η λύση ωστόσο, μια και τα περιθώρια ελιγμών είναι στενά έως ανύπαρκτα (με τους δανειστές να μην έχουν κλείσει τη β’ αξιολόγηση, να εγείρεται θέμα ενεργοποίησης του «κόφτη» και μετά το 2018 και βέβαια να έχει τεθεί η προσωπική διαφορά στο τραπέζι των συζητήσεων αν παρεκκλίνουν οι δημοσιονομικοί στόχοι), βρίσκεται στην προσωρινότητα του όποιου μέτρου ληφθεί…
Υπενθυμίζουμε ότι κάτι ανάλογο έχει συμβεί και με τις «παραχωρήσεις» για τους νέους ασφαλισμένους του ΕΤΑΑ (για τα πρώτα 2 έτη της ασφάλισής τους) οι οποίες λογίζονται κατά ρητή αναφορά του νόμου ως ασφαλιστική οφειλή υπολογιζόμενη επί του μηνιαίου εισοδήματος (θα εξοφληθεί κατά 1/5 κατ’ έτος για τα έτη κατά τα οποία το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα από την άσκηση δραστηριότητας του ασφαλισμένου κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος υπερβαίνει το ποσό των 18.000 ευρώ και σε κάθε περίπτωση η οφειλή εξοφλείται εξ ολοκλήρου μέχρι και τη συμπλήρωση 15 ετών ασφάλισης).
Στο πνεύμα αυτό λοιπόν η κυβέρνηση σκέφτεται να «μασκαρέψει» τις εισφορές και να δεχτεί ότι στις περιπτώσεις που υπάρχει υπέρμετρη επιβάρυνση στα ποσά των ασφαλίστρων σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς να μπορεί να δίδεται ως ασφαλιστική εισφορά αυτό που θα δινόταν με το προηγούμενο καθεστώς ενώ θα θεωρεί ασφαλιστικά ενήμερο τον κάτοχο ατομικής επιχείρησης που αμείβεται με αποδείξεις παροχής υπηρεσιών.
Αυτό που δεν λέγεται βέβαια είναι (εξάλλου δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά αφού θα πρέπει να αλλάξει ο νόμος) ότι το υπολειπόμενο ποσό θα λογίζεται ως ασφαλιστική οφειλή, η οποία θα καταβάλλεται αργότερα.
