Το Συμβούλιο της Επικρατείας, συζητώντας την προσφυγή της «ΑΓΕΤ Ηρακλής» κατά της απόφασης του τότε υπουργού Εργασίας να μην εγκρίνει το σχέδιο ομαδικών απολύσεων μετά το κλείσιμο του εργοστασίου της στη Χαλκίδα (Νοέμβριος 2011), ρώτησε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εάν η εν λόγω προηγούμενη διοικητική έγκριση είναι κατ’ αρχάς σύμφωνη με την οδηγία για τις ομαδικές απολύσεις και κατά δεύτερον με την ελευθερία εγκατάστασης που κατοχυρώνεται από τις συνθήκες
Νερό στον μύλο των ελληνικών θέσεων για τον θεσμό των ομαδικών απολύσεων φαίνεται ότι ρίχνουν τα «ήξεις αφήξεις» του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην απόφασή του για την προσφυγή της «ΑΓΕΤ-Ηρακλής».
Σε μία απόφαση που ουσιαστικά δεν έλαβε υπόψη της την εισήγηση του εισαγγελέα (είχε προτείνει ότι η διοικητική έγκριση των ομαδικών απολύσεων αντίκειται στην ευρωπαϊκή οδηγία), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με αμφίσημες τοποθετήσεις τελικά ρίχνει το μπαλάκι στα ελληνικά δικαστήρια προκειμένου εκείνα να αποφανθούν για το αν και κατά πόσο παραβιάζεται η ενωσιακή νομοθεσία…
Σε κάθε περίπτωση, η εκδοθείσα χθες απόφαση δίνει πόντους στην ελληνική πλευρά σε σχεδόν όλα τα ζητήματα που απασχόλησαν την προδικαστική κρίση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου…
Το δικαστήριο λοιπόν έκρινε τρία θέματα και σε όλα κατέληξε ότι η ελληνική πλευρά (με μικρές αλλαγές) μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί το ίδιο θεσμικό πλαίσιο των ομαδικών απολύσεων.
Για να καταλάβουμε τι έχει συμβεί, θα πρέπει να πούμε ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας, συζητώντας την προσφυγή της «ΑΓΕΤ Ηρακλής» κατά της απόφασης του τότε υπουργού Εργασίας να μην εγκρίνει το σχέδιο ομαδικών απολύσεων (αφορούσε 236 θέσεις εργασίας) που είχε εκπονήσει η εταιρεία μετά το κλείσιμο του εργοστασίου της στη Χαλκίδα (Νοέμβριος 2011), ρώτησε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εάν η εν λόγω προηγούμενη διοικητική έγκριση είναι κατ’ αρχάς σύμφωνη με την οδηγία για τις ομαδικές απολύσεις και κατά δεύτερον με την ελευθερία εγκατάστασης που κατοχυρώνεται από τις συνθήκες.
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, το ελληνικό δικαστήριο ρωτά εάν η εθνική ρύθμιση μπορεί, παρά ταύτα, να κριθεί συμβατή με το δίκαιο της Ενωσης, δεδομένου ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει οξεία οικονομική κρίση και ιδιαίτερα αυξημένη ανεργία.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα αυτά που έκρινε το ευρωπαϊκό δικαστήριο έχουν ως εξής:
■ Αν η ελληνική νομοθεσία που αφορά τις ομαδικές απολύσεις είναι συμβατή με την οδηγία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η «ΑΓΕΤ-Ηρακλής» στην προσφυγή της είχε υποστηρίξει σε σχέση με τη διοικητική έγκριση ότι οι ελληνικές αρχές εναντιώνονται συστηματικά στα κοινοποιούμενα σε αυτές σχέδια ομαδικών απολύσεων και ως εκ τούτου στερείται πρακτικής αποτελεσματικότητας ο θεσμός των ομαδικών απολύσεων.
Για το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο λοιπόν καθίσταται σαφές ότι η οδηγία δεν αντιτίθεται, κατ’ αρχήν, σε εθνική ρύθμιση που παρέχει σε δημόσια αρχή την εξουσία να μην επιτρέψει ομαδικές απολύσεις με αιτιολογημένη απόφαση που εκδίδει μετά από εξέταση του φακέλου και συνεκτίμηση προκαθορισμένων ουσιαστικών κριτηρίων, υπό την προϋπόθεση ότι η ρύθμιση αυτή δεν καθιστά την οδηγία άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας.
Αρα ορθώς η Ελλάδα έχει συμπεριλάβει στη νομοθεσία της την πρωθύστερη διοικητική έγκριση. Εκεί που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν λαμβάνει θέση και ζητά από το Συμβούλιο της Επικρατείας να αποφανθεί είναι αν λόγω των εφαρμοζόμενων από την εθνική αρχή κριτηρίων αποκλείεται στην πράξη κάθε δυνατότητα του εργοδότη να προβεί σε ομαδικές απολύσεις, υπό την έννοια ότι οι εργοδότες δεν έχουν ουσιαστικά καμία δυνατότητα πραγματοποίησης ομαδικών απολύσεων.
■ Αν η ελληνική νομοθεσία για τις ομαδικές απολύσεις είναι συμβατή με την ελευθερία εγκατάστασης. Εδώ το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ξεφεύγει από τη λογική του Πόντιου Πιλάτου και δίνει ένα στίγμα, που με μικρές και ανώδυνες αλλαγές δίνει το δικαίωμα στην ελληνική πλευρά να διατηρήσει το ίδιο σύστημα.
Ουσιαστικά η ευρωπαϊκή Δικαιοσύνη αποφάνθηκε ότι υφίσταται περιορισμός της ελευθερίας εγκατάστασης και ως εκ τούτου πρέπει να αλλάξει η νομοθεσία.
Αναλυτικότερα, σύμφωνα με την απόφαση, η ελληνική ρύθμιση ενδέχεται να αποτελέσει σοβαρό εμπόδιο για την άσκηση της ελευθερίας εγκατάστασης στην Ελλάδα.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Δικαστήριο, «μια τέτοια ρύθμιση είναι ικανή να καταστήσει εξαρχής λιγότερο ελκυστική την πρόσβαση στην ελληνική αγορά και, εν συνεχεία, να περιορίσει σημαντικά ή και να εξαλείψει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων άλλων κρατών-μελών να ρυθμίσουν τη δραστηριότητά τους ή και να την παύσουν, αποδεσμεύοντας, στο πλαίσιο αυτό, τους εργαζομένους τους οποίους έχουν προηγουμένως προσλάβει».
Αφού πρώτα υπενθυμίζει ότι ένας τέτοιος περιορισμός μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, όπως είναι η προστασία των εργαζομένων ή η αύξηση της απασχόλησης και των προσλήψεων, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφαίνεται ότι η πρωθύστερη διοικητική έγκριση δεν είναι αντίθετη στην ελευθερία εγκατάστασης, ούτε στην επιχειρηματική ελευθερία.
Εκεί που στέκεται το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και αποφαίνεται ότι περιορίζεται η ελευθερία εγκατάστασης είναι στα τρία κριτήρια που χρησιμοποιεί ο εκάστοτε υπουργός Εργασίας προκειμένου να αποδεχθεί ή να απορρίψει ένα σχέδιο ομαδικών απολύσεων.
Για τον ευρωπαϊκό δικαστικό θεσμό, λοιπόν, το πρώτο κριτήριο (συμφέρον της εθνικής οικονομίας) δεν μπορεί να γίνει δεκτό, καθώς η επίτευξη σκοπών οικονομικής φύσης δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο γενικού συμφέροντος που να δικαιολογεί περιορισμό ελευθερίας, όπως είναι η ελευθερία εγκατάστασης.
Σε σχέση με τα άλλα δύο κριτήρια (κατάσταση της επιχείρησης και συνθήκες της αγοράς εργασίας), το δικαστήριο αποφαίνεται ότι μπορεί κατ’ αρχήν να γίνει δεκτό ότι σχετίζονται με την προστασία των εργαζομένων και της απασχόλησης, που αποτελούν θεμιτούς σκοπούς γενικού συμφέροντος.
Ωστόσο, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα δύο αυτά κριτήρια έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο υπέρμετρα γενικό και ασαφή.
Σύμφωνα με την απόφαση: «Οι ενδιαφερόμενοι εργοδότες δεν γνωρίζουν υπό ποιες συγκεκριμένες και αντικειμενικές περιστάσεις μπορούν οι ελληνικές αρχές να εναντιωθούν σε σχέδια ομαδικών απολύσεων: οι περιπτώσεις είναι πολυάριθμες, απροσδιόριστες και μη προσδιορίσιμες, τα δε κριτήρια αυτά παρέχουν στις ελληνικές αρχές ευρύ περιθώριο εκτίμησης, που δεν μπορεί ευχερώς να ελεγχθεί».
Ουσιαστικά στην πράξη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ζητά από την κυβέρνηση να απαλείψει το κριτήριο της γενικής κατάστασης της οικονομίας από τα κριτήρια για την έγκριση ή την απόρριψη του προτεινόμενου σχεδίου ομαδικών απολύσεων και να κρατήσει τα άλλα δύο, εισάγοντας συγκεκριμένα κριτήρια τα οποία να είναι αφενός αντικειμενικά και αφετέρου δυνάμενα να ελεγχθούν ως προς τις προϋποθέσεις τους.
■ Εάν η εθνική ρύθμιση για τις ομαδικές απολύσεις μπορεί να κριθεί συμβατή με το δίκαιο της Ενωσης, δεδομένου ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει οξεία οικονομική κρίση και ιδιαίτερα αυξημένη ανεργία.
Εδώ το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το γεγονός ότι σε ένα κράτος-μέλος επικρατούν συνθήκες χαρακτηριζόμενες από οξεία οικονομική κρίση και ιδιαίτερα υψηλό δείκτη ανεργίας δεν διαφοροποιεί τα προηγούμενα.
Ωστόσο, αυτή η κρίση δεν ανοίγει παράθυρα για αλλαγές, καθώς ήδη το Δικαστήριο στα δύο προηγούμενα και ουσιαστικά ερωτήματα στάθηκε (και παρά την αρνητική εισήγηση του εισαγγελέα) πιο κοντά στις ελληνικές θέσεις (ζητώντας στην πραγματικότητα ήσσονος σημασίας αλλαγές στην κατεύθυνση της συγκεκριμενοποίησης των κριτηρίων).
Αντιδράσεις από ΔΗ.ΣΥ., ΚΚΕ και Λαϊκή Ενότητα
Εντονες πολιτικές αντιδράσεις προκάλεσε η πολυαναμενόμενη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για την υπόθεση των ομαδικών απολύσεων στην ΑΓΕΤ Ηρακλής, η οποία δημοσιοποιήθηκε χθες.
Ενώ το υπουργείο Εργασίας τονίζει, μεταξύ άλλων, πως η απόφαση του Δικαστηρίου δικαιώνει τις θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης, μη επιβεβαιώνοντας τις μέχρι σήμερα αρνητικές εκτιμήσεις για απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, η Δημοκρατική Συμπαράταξη τόνισε πως συμβαίνει εντελώς το αντίθετο.
Συγκεκριμένα, σε ανακοίνωσή της, υπογράμμισε πως η κυβέρνηση «απεδέχθη εντελώς λανθασμένα εκ των προτέρων την συμμόρφωσή της με την όποια απόφαση του Δ.Ε.Ε., χωρίς να επιχειρήσει με δικές της πρωτοβουλίες την εξεύρεση λύσης», κάτι που οι ίδιοι είχαν αποτρέψει «παρά τις πιέσεις της τρόικας».
«Η ελληνική κυβέρνηση περίμενε μοιρολατρικά την απόφαση ως φερετζέ, ως πρόσχημα, για τις ήδη ειλημμένες αποφάσεις στο πλαίσιο της δήθεν “περήφανης διαπραγμάτευσης”, ουσιαστικά της άνευ όρων παράδοσης του κ. Τσίπρα στους δανειστές» σημειώνει χαρακτηριστικά.
Από την πλευρά του, το ΚΚΕ υποστηρίζει πως η εν λόγω απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου όχι μόνο νομιμοποιεί τη σημερινή «μνημονιακή εργασιακή ζούγκλα», αλλά ανοίγει και τον δρόμο για την περαιτέρω απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, με την κυβέρνηση να «πουλάει παραμύθια».
Στην ίδια γραμμή, η εξωκοινοβουλευτική Λαϊκή Ενότητα έκανε λόγο για «κερκόπορτα» που ανοίγει υπέρ της πλήρους απελευθέρωσης των ομαδικών απολύσεων και πως κακώς η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να εφαρμόσει «την όποια απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου».
Η Ν.Δ. δεν έκανε κανένα σχόλιο.
Νόρα Ράλλη
