Η Τράπεζα της Ελλάδος επαναλαμβάνει για μια ακόμα φορά πως πρέπει να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να βελτιωθούν περαιτέρω οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών και να απελευθερωθούν πόροι προς τις πιο παραγωγικές επιχειρήσεις και κλάδους.
Όπως αναφέρει ο διοικητής Γιάννης Στουρνάρας στην Ενδιάμεση έκθεση, «η αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων αποτελεί την κυριότερη πρόκληση που καλείται να αντιμετωπίσει ο τραπεζικός κλάδος».
Στην έκθεση διαπιστώνεται η πρόοδος που έχει επιτευχθεί στην αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης, καθώς οι τράπεζες προχώρησαν στη διάρκεια του εννιαμήνου του 2016 σε αύξηση των ρυθμίσεων των μη εξυπηρετούμενων οφειλών κατά 11,3%, επιλέγοντας μάλιστα στην πλειονότητα των περιπτώσεων ρυθμίσεις με μακροπρόθεσμη προοπτική, οι οποίες πλέον αντιστοιχούν περίπου στο 44% του συνόλου των ρυθμίσεων και οριστικών διευθετήσεων οφειλών. Υπενθυμίζει ότι βάσει των επιχειρησιακών στόχων οι συστημικές τράπεζες έχουν δεσμευτεί για τη μείωση του ποσοστού μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων κατά 38% ή 40 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2019.
Πέρα από τις ώς τώρα προσπάθειες των τραπεζών και τις αλλαγές στο νομοθετικό και ρυθμιστικό πλαίσιο που έχουν ήδη δρομολογηθεί, απαιτούνται, όπως σημειώνεται στην Έκθεση της ΤτΕ, και άλλες παρεμβάσεις, όπως η νομική προστασία των στελεχών των τραπεζών και δημόσιων φορέων κατά την εξυγίανση επιχειρήσεων.
Στις θετικές εξελίξεις, σε ό,τι αφορά τον τραπεζικό τομέα, ο διοικητής αναφέρει ότι οι εμπορικές τράπεζες και οι όμιλοι τους στο πρώτο εννιάμηνο του 2016 εμφάνισαν οριακά κέρδη προ φόρων ύστερα από μια σειρά ζημιογόνων χρήσεων.
Τέλος, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία το 2016, οι τραπεζικές καταθέσεις των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, των νοικοκυριών και των κατοίκων εξωτερικού κατέγραψαν σωρευτική καθαρή εισροή. Καταγράφηκαν ανακαταθέσεις τραπεζογραμματίων στις τράπεζες αξιόλογου ύψους και σε ορισμένες περιπτώσεις επιστροφή κεφαλαίων από το εξωτερικό.
