Φωτιά στη διαπραγμάτευση που ξεκινάει σήμερα βάζει με άρθρο του -από κοινού με τον οικονομολόγο του Ταμείου Μορίς Ομπστφέλντ- ο Πολ Τόμσεν. Ζητάει στην ουσία να νομοθετηθούν εκ των προτέρων νέα σκληρά μέτρα που θα αφορούν περαιτέρω μείωση του αφορολόγητου και των συντάξεων, απελευθέρωση των απολύσεων και αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα.
Ισχυριζόμενος ότι δεν είναι το ΔΝΤ που ζητεί περισσότερη λιτότητα, επιμένει ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο και δεν πρόκειται ποτέ να γίνει όσο οι Ευρωπαίοι απαιτούν πλεονάσματα της τάξης του 3,5%.
Σε ό,τι αφορά τη μείωση του αφορολόγητου και των συντάξεων, οι συντάκτες του άρθρου αποφαίνονται ότι «ένα καθεστώς φορολογίας εισοδήματος που εξαιρεί πάνω από τα μισά νοικοκυριά από οποιαδήποτε υποχρέωση κι ένα εξαιρετικά γενναιόδωρο συνταξιοδοτικό σύστημα που κοστίζει στον προϋπολογισμό σχεδόν 11% του ΑΕΠ ετησίως (19,8 δισ.) είναι δύο από τα πιο σημαντικά προβλήματα που η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει.
Μόνο με ηράκλεια προσπάθεια η Ελλάδα θα μπορούσε βραχυπρόθεσμα να καταφέρει τις περικοπές δαπανών που χρειάζονται για να πετύχει ένα πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ». Μιλούν επίσης για «διστακτικότητα της κυβέρνησης να άρει τους περιορισμούς στις συλλογικές απολύσεις».
Σε ό,τι αφορά τον δημόσιο τομέα θεωρούν ότι «η Ελλάδα δεν μπορεί να φτάσει στη διατήρηση ακόμα κι ενός ήπιου πρωτογενούς πλεονάσματος χωρίς τη ριζική αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα». Και ζητούν «να υιοθετηθεί τώρα ένα σχέδιο για να δημιουργηθεί μια δομή στα οικονομικά του Δημοσίου η οποία μεσοπρόθεσμα θα είναι πιο φιλική και δίκαιη προς την ανάπτυξη».
Για όλους αυτούς τους λόγους και προφανώς για να μετάσχει χρηματοδοτικά και όχι μόνο συμβουλευτικά στο πρόγραμμα το ΔΝΤ, απαιτούν «να νομοθετηθούν εκ των προτέρων τα μέτρα που απαιτούνται για να ανεβεί το πλεόνασμα πάνω από το 1,5% του ΑΕΠ».
