Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις προσδιορίζουν το αν τελικά θα υπάρξει «λευκός καπνός» σε σχέση με τη συμφωνία για τη β’ αξιολόγηση, με τα δεδομένα αυτή τη στιγμή να μη δίνουν στίγμα για το τι τελικά θα επικρατήσει, ενώ στο τραπέζι βρίσκεται και η λύση τού να προχωρήσει η β’ αξιολόγηση και να συζητηθεί κατόπιν το θέμα των εργασιακών σχέσεων.

«Η κυβέρνηση εμμένει στις θέσεις της» είναι η επίσημη τοποθέτηση μετά την 4ωρη χθεσινή συνάντηση με τους δανειστές μας όπου, σύμφωνα με πληροφορίες, ασκήθηκαν τρομακτικές πιέσεις στην υπουργό Εφη Αχτσιόγλου να δεχτεί να υποχωρήσει σε όλα ώστε να περάσουν οι σκληρές για τους μισθωτούς θέσεις του ΔΝΤ.

Πάντως, η αρμόδια υπουργός Ε. Αχτσιόγλου αποχώρησε χωρίς να δεχτεί να κάνει δηλώσεις.

Παράλληλα, τόσο η ίδια όσο και οι συνεργάτες της κρατούν «σφαλιστά στόματα», μιλώντας για κρίσιμο σημείο που δεν χωρά δηλώσεις, απόψεις και τοποθετήσεις.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ είχαν προϋπολογιστεί 2 ώρες για τις διαπραγματεύσεις που θα αφορούσαν τα εργασιακά, τελικά μετά από 4 ώρες διεκόπησαν οι συζητήσεις χωρίς να έχει υπάρξει καμία σύγκλιση των δύο πλευρών.

Ωστόσο εκείνη που «ψήλωσε» από τη χθεσινή συνάντηση είναι η νέα υπουργός Εργασίας, η οποία, παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα (ότι δηλαδή μπήκε στη θέση αυτή προκειμένου να υποχωρήσει στα θέματα όπου είχε ορθώσει τείχη άρνησης ο τέως υπουργός Γ. Κατρούγκαλος), κράτησε γερά τις ελληνικές θέσεις και εγκλώβισε τους δανειστές στην ευρωπαϊκή και ελληνική νομιμότητα (σε σχέση με τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, τον κατώτατο μισθό και τις αλλαγές στον συνδικαλιστικό νόμο).

Οι ελληνικές θέσεις, τα «θέλω» των δανειστών μας, αλλά και τα «ατού» της κάθε πλευράς στα τρία μεγάλα ζητήματα (συνδικαλιστικός νόμος, συλλογικές διαπραγματεύσεις και ομαδικές απολύσεις) μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:

Συλλογικές συμβάσεις:

Εδώ μπορούμε να βρούμε δύο ζητήματα όπου υπάρχουν διαμετρικά αντίθετες απόψεις. Το πρώτο θέμα είναι ο τρόπος καθορισμού του κατώτατου μισθού, με την ελληνική κυβέρνηση να απαιτεί να γυρίσουμε στο πρωθύστερο καθεστώς όπου τον κατώτατο μισθό καθόριζαν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις των τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργάνων (ΓΣΕΕ, ΕΣΕΕ, ΓΣΕΒΕΕ, ΣΕΒ, ΣΕΤΕ).

Από την πλευρά τους οι δανειστές δεν συζητούν για αλλαγή, επιδιώκοντας να παραμείνει η κατάσταση στο τωρινό καθεστώς όπου τον κατώτατο μισθό καθορίζει ο εκάστοτε υπουργός Εργασίας.

Μάλιστα θεωρούν αυτή την αλλαγή «εμβληματική» των Μνημονίων και αρνούνται να υποχωρήσουν.

Το ατού της ελληνικής πλευράς είναι η συμφωνία ΓΣΕΕ και εργοδοτικών οργανώσεων (ΕΣΕΕ, ΓΣΕΒΕΕ, ΣΕΒ, ΣΕΤΕ), που έχουν δεσμευτεί εγγράφως ότι θέλουν εκείνοι να καθορίζουν, μετά από διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο της ΕΓΣΣΕ, τον κατώτατο μισθό.

Από την άλλη, σύμμαχος στο πλευρό των δανειστών είναι το Διεθνές Γραφείο Εργασίας (ILO) του ΟΗΕ.

Η κ. Αχτσιόγλου ωστόσο υιοθετεί διαφορετική προσέγγιση της στάσης του ILO, καθώς θεωρεί ότι το Διεθνές Γραφείο Εργασίας μπορεί να μιλά για καθορισμό από το κράτος του κατώτατου μισθού, αλλά αυτός ο καθορισμός θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τις εκτεταμένες και εμβριθείς διαπραγματεύσεις των κοινωνικών εταίρων (άρα στην πράξη, η συμφωνία των εργατικών και των εργοδοτικών οργανώσεων να δεσμεύει το κράτος).

Σημείο τριβής είναι και το γεγονός ότι οι δανειστές θέλουν έναν «καθαρό» κατώτατο μισθό (χωρίς προσαυξήσεις όπως τριετίες κ.λπ.), με την ελληνική πλευρά να μη συζητά το θέμα.

Αγεφύρωτο είναι και το ζήτημα του υποκατώτατου μισθού, με τους δανειστές να θέλουν μικρότερο μισθό για τους νέους (δηλαδή διατήρηση του υπάρχοντος καθεστώτος) και την κ. Αχτσιόγλου να αντιτίθεται σθεναρά προβάλλοντας την αποτυχία του εγχειρήματος όπως αυτό ίσχυε από το 2012 και τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, ο οποίος απαγορεύει μισθολογικές διακρίσεις στη βάση της ηλικίας.

Το επόμενο μεγάλο μέτωπο αφορά την επεκτασιμότητα των κλαδικών συμβάσεων και την υπερίσχυση των κλαδικών έναντι των επιχειρησιακών, με τους δανειστές να μη θέλουν να ακούσουν για τις κλαδικές και η ελληνική πλευρά να μη δέχεται την υπερίσχυση των επιχειρησιακών.

Εδώ η ελληνική πλευρά κρατά ατού το πόρισμα της «επιτροπής σοφών» αλλά και την έγγραφη τοποθέτηση του ILO επί του πορίσματος που κατατάσσει την επεκτασιμότητα στις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές.

Από την άλλη, και τα αποτελέσματα της έως τώρα κατάστασης στις συλλογικές διαπραγματεύσεις που έχουν επιβάλει τα Μνημόνια δίνουν διαπραγματευτικά χαρτιά στην κ. Αχτσιόγλου, αφού, όπως έχει διαμορφωθεί το καθεστώς, πέραν της αποτυχίας του, έχει συμβάλει στην κατάρρευση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, κάτι όμως που για το σκληρό ΔΝΤ αποτελεί προτέρημα αφού έτσι επικρατεί η μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας.

Ομαδικές απολύσεις:

Με το ένα θέμα, αυτό της διοικητικής έγκρισης, να αποτελεί ζήτημα που αφορά κυρίως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, στις χθεσινές συζητήσεις εκείνο που επικράτησε είναι η πίεση προς την ελληνική πλευρά να δεχτεί αύξηση του ορίου από το 5% στο 10% (για επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 150 εργαζόμενους).

Είναι ένα ζήτημα κομβικής σημασίας, κυρίως για τις τόσο ευνοημένες από τα Μνημόνια ελληνικές τράπεζες, που τώρα θέλουν να αποτινάξουν το πλεονάζον προσωπικό χωρίς να χρειάζονται μπόνους. Για την ελληνική πλευρά πάντως, θεωρείται (τουλάχιστον μέχρι τώρα) «κόκκινη γραμμή».

Συνδικαλιστικός νόμος:

Εδώ οι διαφορές είναι επίσης μεγάλες και ενδεχομένως αγεφύρωτες, καθότι οι δανειστές θέλουν αλλαγή του τρόπου προκήρυξης απεργιών, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες υπάρχουν επίσης αγεφύρωτες αποκλίσεις στο θέμα των απολύσεων συνδικαλιστικών στελεχών.

Με αυτά τα δεδομένα ορίστηκε νέα συνάντηση για σήμερα, με τις παρασκηνιακές ενέργειες και συζητήσεις να λαμβάνουν τη σκυτάλη ώστε να βρεθεί μια κοινή συνισταμένη. Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες, «μαγειρεύεται», εν είδει «ανατολίτικου παζαριού», να υποχωρήσουμε στο θέμα των ομαδικών απολύσεων (άλλωστε αφορά λιγότερο από το 3% των επιχειρήσεων και μάλιστα κλάδους εργαζομένων που έχουν ταχθεί υπέρ των Μνημονίων ως απαραίτητης συνιστώσας της διατήρησής μας στην ευρωζώνη) και να μας δοθεί η έγκριση για τις αλλαγές που θέλουμε στις συλλογικές διαπραγματεύσεις.