Με άλλες προσδοκίες για τα μέτρα και τον χρόνο διάρκειας της δεύτερης αξιολόγησης έρχονται οι δανειστές στην Αθήνα και με άλλες τούς περιμένει εδώ η κυβέρνηση. Οι εκπρόσωποι των θεσμών και κυρίως το ΔΝΤ κουβαλάνε στις αποσκευές τους μια νέα «καυτή» ατζέντα μεταρρυθμίσεων σε ασφαλιστικό και φορολογικό.
Πρόκειται για παρεμβάσεις τις οποίες ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Τμήματος του ΔΝΤ, Πολ Τόμσεν, έκανε γνωστές στην ελληνική πλευρά στη διάρκεια της ετήσιας συνόδου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Κατά την ομιλία του, αρχές Οκτωβρίου, ο Δανός οικονομολόγος έκανε ιδιαίτερη αναφορά στα ελλείμματα των ασφαλιστικών ταμείων, αφήνοντας έτσι να εννοηθεί ότι η κυβέρνηση πρέπει να προχωρήσει σε νέες περικοπές στις ήδη υπερμειωμένες συντάξεις.
Από την άλλη, με την τοποθέτησή του ότι το 60% των Ελλήνων πολιτών προστατεύεται από ένα ισχυρό ακόμη «πλέγμα» φοροαπαλλαγών, γεγονός που τους απαλλάσσει από τις φορολογικές υποχρεώσεις τους, «φωτογράφισε» τις διατάξεις που θα περιλαμβάνει το τρίτο Μνημόνιο μεταξύ Ελλάδας και ΔΝΤ – εφόσον το Ταμείο μετάσχει τελικώς στο ελληνικό πρόγραμμα.
Στην ίδια «ατζέντα» θα πρέπει να προστεθεί και το νέο «ψαλίδι» στο αφορολόγητο ποσό, για το οποίο η Ντέλια Βελκουλέσκου, στο σημείωμά της μετά την επισκόπηση της ελληνικής οικονομίας (σύμφωνα με το άρθρο 4 του καταστατικού του Ταμείου), αναφέρει ότι αυτό πρέπει να μειωθεί στα 5.000 ευρώ από 8.636 έως 9.545 ευρώ που φτάνει σήμερα ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση του υπόχρεου.
Ολα αυτά μαζί με τον έλεγχο των «45 σημείων-προαπαιτούμενων» που θα κάνει το κουαρτέτο σε συνεργασία με τα τεχνικά κλιμάκια και τους εκπροσώπους του EuroWorking Group (EWG) προϊδεάζουν για μια δύσκολη αξιολόγηση, η οποία θα πάει με κομμένη την ανάσα ώς το Eurogroup της 7ης Νοεμβρίου για να συνεχιστεί αμέσως μετά.
Πηγές από τις Βρυξέλλες αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο η δεύτερη επισκόπηση του ελληνικού προγράμματος να ολοκληρωθεί τον Ιανουάριο, αφού, όπως είχε παραδεχθεί προ μηνών σε συνομιλητές του ο Ντέκλαν Κοστέλο από την Ε.Ε., πρόκειται για μια αξιολόγηση-μαμούθ ακόμα και για τα δεδομένα των ελεγκτών του κουαρτέτου.
Σε αυτό φαίνεται να συνηγορεί και το γεγονός ότι επειδή οι χρηματοδοτικές υποχρεώσεις της χώρας κινούνται σε χαμηλά επίπεδα, υπολογίζεται πως το ελληνικό Δημόσιο θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα έως το τέλος Φεβρουαρίου ακόμα και χωρίς τη δόση των 6,1 δισ. ευρώ που αντιστοιχεί στη δεύτερη αξιολόγηση.
Ολες αυτές όμως οι υποθέσεις εργασίας είναι καταχωρισμένες στην ατζέντα των δανειστών και όχι της κυβέρνησης, η οποία επιθυμεί τελείως διαφορετικά πράγματα.
«Ακατάσχετο» για επιχειρήσεις
Στόχος της Αθήνας είναι η ολοκλήρωση της αξιολόγησης πριν από το Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου, που υποτίθεται πως είναι η έναρξη της συζήτησης για το χρέος και τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα.
Δεύτερος στόχος της Αθήνας είναι να μειωθούν οι στόχοι που προβλέπει το Μεσοπρόθεσμο μετά το 2018 στα πρωτογενή πλεονάσματα και δη από το 3,5% του ΑΕΠ στο 2,5% του ΑΕΠ για το 2019 και στο 2% για το 2020.
Επίσης, να περάσει από τις Συμπληγάδες του κουαρτέτου η εναλλακτική πρόταση για τον ειδικό «ακατάσχετο» λογαριασμό επιχειρήσεων με ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο.
Προκειμένου να μη ναυαγήσει η πρωθυπουργική εξαγγελία για τη θεσμοθέτηση ενός «ακατάσχετου» επαγγελματικού λογαριασμού, το σχέδιο που πρόκειται να παρουσιάσει το οικονομικό επιτελείο στους δανειστές προβλέπει μικρότερο εύρος προστασίας που θα προσφέρει ο προτεινόμενος επιχειρηματικός λογαριασμός.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η προστασία έναντι των κατασχέσεων θα ισχύει μέχρι ένα ποσοστό αφού αφαιρεθούν οι τρέχουσες υποχρεώσεις της επιχείρησης.
Για παράδειγμα, εάν κυβέρνηση και θεσμοί συμφωνήσουν ότι προστατεύεται το 50% ή το 60% των χρημάτων που βρίσκονται στον λογαριασμό μετά την κάλυψη των υποχρεώσεων (οφειλές σε εφορία, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες, ΔΕΚΟ και έξοδα μισθοδοσίας), το υπόλοιπο 40% ή 50% αυτού του ποσού θα είναι εκτεθειμένο σε κατάσχεση.
Το αρχικό σενάριο που είχε παρουσιάσει η κυβέρνηση στους δανειστές προέβλεπε προστασία για το 100% των χρημάτων που θα πιστώνονται σε αυτόν τον λογαριασμό τον οποίο μια επιχείρηση θα μπορεί να τον δηλώνει ως ακατάσχετο.
Το μέτρο δεν άρεσε από την αρχή στους εκπροσώπους των θεσμών, θεωρώντας ότι πρόκειται για μια χαριστική ρύθμιση η οποία έρχεται σε μια στιγμή που οι συναλλαγές με «πλαστικό χρήμα» κινούνται αυξητικά, οπότε θα είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για την εφορία να κατάσχει χρήματα και από αυτόν τον λογαριασμό.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη προωθήσει το σχετικό νομοσχέδιο στη Βουλή από τη στιγμή που το θέμα με τον ακατάσχετο λογαριασμό των επιχειρήσεων είναι ακόμη στον «αέρα».
Το ίδιο μάλιστα συμβαίνει και με νομοσχέδιο για την οικειοθελή αποκάλυψη των αδήλωτων κεφαλαίων, όπου το κουαρτέτο επέμεινε στην επιβολή μεγαλύτερων προσαυξήσεων και προστίμων στους φορολογουμένους από αυτά που είχε εισηγηθεί η κυβέρνηση για όσους «φυγάδευσαν» τα χρήματά τους στο εξωτερικό ή τα έκρυψαν σε θυρίδες και σεντούκια και τα οποία δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα εισοδήματά τους.
Το νομοσχέδιο θα «κλειδώσει» τις επόμενες ημέρες στις συζητήσεις με τους δανειστές και εν συνεχεία θα πάρει την τελική του μορφή.
Αν δεν αλλάξει κάτι από τις συζητήσεις που έγιναν σε επίπεδο τεχνικών κλιμακίων, τότε όσοι έχουν «μαύρο» χρήμα σε Ελλάδα και εξωτερικό και επιθυμούν να το νομιμοποιήσουν θα φορολογηθούν με τρεις συντελεστές οι οποίοι θα κλιμακώνονται από 50% έως 60%.
● Με συντελεστή 50% όσοι εμφανίσουν οικειοθελώς στην εφορία το «μαύρο» χρήμα που έχουν στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό χωρίς να έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα από τις φορολογικές αρχές, δηλαδή χωρίς να έχει ξεκινήσει γι’ αυτούς ο φορολογικός έλεγχος. Αυτό σημαίνει ότι φορολογούμενος ο οποίος έχει αποκρύψει από την εφορία εισοδήματα 1 εκατομμυρίου ευρώ θα μπορεί να τα «νομιμοποιήσει» καταβάλλοντας στην εφορία το ποσό των 500.000 ευρώ, εφόσον δεν έχουν ενεργοποιηθεί ακόμα διαδικασίες ελέγχου σε βάρος του.
● Με συντελεστή 55% όσοι έχουν εντοπιστεί από τον ελεγκτικό μηχανισμό με κρυφά εισοδήματα και έχει εκδοθεί φύλλο ελέγχου και ο φορολογικός έλεγχος έχει ξεκινήσει.
● Με συντελεστή φόρου 60% που θα επιβάλλεται στις περιπτώσεις που ο έλεγχος έχει ολοκληρωθεί αλλά δεν υπάρχει τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
